Πόνος, δάκρυα και ηδονή (1ο μέρος) Χρέη… Λογαριασμοί…Και μια χαμένη δουλειά. Η ανεργία, τα χαράτσια και οι απλήρωτες υποχρεώσεις με είχαν κυριολεκτικά καταδικάσει. Είμαι 26 ετών άντρας και η άθλια οικονομική μου κατάσταση με έκανε να νιώθω σαν κοριτσάκι. Άνεργος, χωρίς καμιά υποστήριξη από την οικογένεια μου, που δεν θέλει πολλές επαφές μαζί μου λόγω του ότι είμαι γκέι. Ήταν από τις πιο δύσκολες φάσεις της ζωής μου. Δεν είχα ούτε εργασία, ούτε φίλους. Και τα πράγματα πήγαιναν απ’ το κακό στο χειρότερο για μένα. Το ηλεκτρικό μου το είχαν κόψει, δουλειά δεν έβρισκα πουθενά και χρωστούσα 3 ενοίκια. Ο σπιτονοικοκύρης μου είχε αρχίσει να κουράζεται. Μου χτυπούσε το κουδούνι μέρα παρά μέρα και μου έλεγε με εκνευρισμό ότι η υπομονή του εξαντλούταν. Του εξηγούσα καθησυχαστικά ότι θα του τα έδινα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Όμως δε μπορούσε να περιμένει άλλο. Με απειλούσε ότι αν δεν έδινα τα λεφτά σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα θα με πετούσε στο δρόμο. Έτρεμα στη σκέψη και μόνο. Το σπίτι μου ήταν το τελευταίο πράγμα που μου είχε μείνει. Δε θα άντεχα να το χάσω κι αυτό.

Δυστυχώς όμως η προθεσμία έληξε. Η μέρα έφτασε και εγώ δεν είχα ούτε ένα ευρώ να δώσω στον ενοικιαστή μου. Και ο Ιβαν δεν είναι τύπος που του αρέσει να περιμένει. Ρώσικης καταγωγής, αγριωπός και καλογυμνασμένος. Δε θα ήταν υπερβολή να πω ότι τον φοβόμουν. Ήταν Δευτέρα απόγευμα και δεν είχα δώσει ακόμα τα λεφτά που χρωστούσα. Όπου να ‘ναι θα μου χτυπούσε την πόρτα και θα μου έβαζε τις φωνές. Δεν ήθελα για τίποτα να τον αντιμετωπίσω, και ακόμα λιγότερο να μείνω άστεγος στους δρόμους.

Όταν χτύπησε το κουδούνι, η καρδιά μου άρχισε να τρέμει. Θα μπορούσα φυσικά να μην ανοίξω, όμως δεν είχα άλλη επιλογή. Αν δεν άνοιγα τώρα τα πράγματα θα γίνονταν χειρότερα. Μούδιασα όταν είδα πόσο εκνευρισμένος ήταν. Σήμερα ήταν η τελευταία μου ευκαιρία. Δεν έπαιρνε άλλη αναβολή:

- Τα λεφτά, έκανε νευριασμένα. Και γρήγορα.

Εξήγησα σα βρεμένη γάτα ότι δεν είχα ακόμα την οικονομική δυνατότητα να του τα δώσω. Ο Ιβάν έγινε έξω φρενών. Οι αγριοφωνάρες και οι απειλές του ακούστηκαν σ’ όλη τη γειτονιά. Μου είπε ότι θα με πήγαινε στην αστυνομία και με διέταξε να φύγω από το σπίτι.Τα πάντα είχαν τελειώσει για μένα.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο αδύναμος ήμουν. Έκρυψα το πρόσωπο μου στα χέρια μου κι άρχισα να κλαίω. Να κλαίω απαρηγόρητα μπροστά του. Δε μ’ ένοιαζε, δε ντρεπόμουν. Ούτως ή άλλως εξευτελισμένος ήμουν. Προσπαθούσα με τα δάκρυα μου να προκαλέσω τον οίκτο του. Χρειαζόμουν το έλεός του, αλλιώς θα έμενα άστεγος στο πεζοδρόμιο.

- Σας παρακαλώ, ικέτεψα. Μη με διώχνετε. Δεν έχω πού να πάω. Λυπηθείτε με…

Ο Ιβάν με κοίταζε με μάτια που γυάλιζαν από οργή. Δεν τολμούσα να ανταποδώσω το βλέμμα, κοίταζα το πάτωμα γεμάτος ντροπή.

- Θα κάνω ο, τι θέλετε… Ο, τι μου πείτε. Μη με πετάξετε στο δρόμο, σας ικετεύω…

Γονάτισα στο έδαφος, ικετεύοντας τον κυριολεκτικά. Δε μου έμενε πια άλλη λύση από το δρόμο της ταπείνωσης. Πεσμένος μπροστά στα πόδια του, προσπαθούσα με κλάματα και παρακλήσεις να του αλλάξω γνώμη. Ευτυχώς, σταμάτησε να φωνάζει και φάνηκε να ηρεμεί λίγο. Μια αδύναμη ελπίδα άρχισε να τρεμουλιάζει μέσα μου. Ίσως τελικά να κατάφερνα να μην καταντήσω ζητιάνος στο δρόμο.

Όση ώρα ήμουν πεσμένος στο πάτωμα, ο Ιβαν παρατηρούσε προσεκτικά το σώμα μου. Λες και προσπαθούσε να διακρίνει πάνω μου κάτι αξιόλογο. Μου άρπαξε το σαγόνι και έστρεψε απότομα το πρόσωπο μου προς το μέρος του, αναγκάζοντας με να τον κοιτάξω κατάματα.

- Ωραία μάτια, μούγκρισε μες απ’ τα δόντια του, σα να μονολογούσε. Πράγματι, έχω όμορφα, πράσινα μάτια και λευκό δέρμα. Άσχετα απ’ το ότι είχα γίνει χάλια απ’ το κλάμα. Ο Ιβάν με κοίταζε απ’ την κορφή ως τα νύχια, με λιγότερο θυμό και μια γερή δόση λαίμαργης επιθυμίας:

- Είσαι πούστης, έτσι ;

Πόνος, δάκρυα και ηδονή (1ο μέρος) Το είπε τόσο στεγνά και απότομα, ώστε ξαφνιάστηκα λίγο. Έγνεψα καταφατικά όμως, λέγοντας του την αλήθεια. Χαμογέλασε πονηρά. Συνέχισε να με κοιτάει από πάνω ως κάτω, παρατηρώντας ταυτόχρονα και το πρόσωπο μου. Ένιωσα κάπως περίεργα, καθώς συνειδητοποίησα ότι το μόνο που θα με έσωζε τώρα ήταν η ομορφιά μου. Η αμηχανία μου κορυφώθηκε όταν άρχισε να παρατηρεί το δαντελένιο, γυναικείο εσώρουχο που φορούσα. Τα μάτια του καρφώθηκαν στο στρινγκ μου, που φάνηκε πάνω απ’ το παντελόνι, προδίδοντας τη σεξουαλική μου ταυτότητα. Στον Ιβαν δεν έμεινε καμιά αμφιβολία πλέον:

- Μεγάλη πουστάρα ! Θαυμάσια… Ίσως τελικά μπορέσουμε να βρούμε άκρη και να συνεργαστούμε.

Τον ρώτησα με σιγανή φωνή τι εννοούσε. Η απάντηση του ήταν κοφτή και σαφής. Μου εξήγησε ότι έχει περίεργα βίτσια. Και ότι αν ήθελα να μείνω με στέγη πάνω απ’ το κεφάλι μου, έπρεπε να τον υπηρετήσω. Να τον υπηρετήσω κυριολεκτικά, παθητικά και χωρίς όρια.

Να γίνω σκλάβος του… Να τον αφήσω να με υποτάξει.

Η αλήθεια είναι ότι δε μου πολυαρέσουν τέτοια παιχνίδια, όμως δεν είχα την πολυτέλεια να επιλέξω. Δέχτηκα αμέσως χωρίς παζάρια. Ο Ιβαν χαμογέλασε ευχαριστημένος. Μου ζήτησε να φτιάξω μια μικρή βαλίτσα και σε μια ώρα να είμαι σπίτι του. Εκεί θα έμενα λίγες ημέρες. Συμφώνησα με ανακούφιση, κλείνοντας την πόρτα πίσω μου. Είχα γλιτώσει την έξωση και ήταν το μόνο που μ’ ενδιέφερε. Έστω και αν τα κατάφερα με αντίτιμο το σώμα μου.

Έφτιαξα τη βαλίτσα με χέρια που έτρεμαν από την ένταση. Είχα αγωνία να δω αν θα μου άρεσε αυτή η πρόστυχη εμπειρία που μου πρότεινε ο Ιβαν. Η σκέψη και μόνο μου προκαλούσε ερεθισμό. Σχεδόν ανυπομονούσα να βρεθώ υπό την εξουσία του. Πήρα τα πράγματα μου, μπήκα στο λεωφορείο και σε λιγότερο από μια ώρα του χτυπούσα την πόρτα. Μου άνοιξε και με κοίταξε έντονα. Χαμογέλασα δειλά. Ήταν ο τύπος του εραστή που πάντα ήθελα να έχω. Με φουσκωμένους μύες, ξυρισμένο κεφάλι και άγρια χαρακτηριστικά. Ψηλός και γυμνασμένος. Κατά βάθος ήθελα να γίνω το κοριτσάκι του.

Πήγα να μπω στο σπίτι, όμως με εμπόδισε:

- Ένα λεπτό, είπε απότομα. Πού είναι το κινητό σου;

Δεν περίμενα να με ρωτήσει κάτι τέτοιο.

- Εδώ, είπα και το έδειξα. Γιατί ;

- Φέρτο εδώ… Όσο μείνεις εδώ δε θέλω να έχεις τηλέφωνο.

Μου πήρε με το έτσι θέλω τη συσκευή. Δεν έφερα αντιρρήσεις, δεν ήθελα να τον νευριάσω. Και εκείνη την ώρα δε μπορούσα να σκεφτώ ότι αυτή η συμπεριφορά ήταν ύποπτη. Ότι έπρεπε να αρχίσω να ανησυχώ και – γιατί όχι ; - να το βάλω στα πόδια.

Όταν μπήκα σπίτι, με περίμενε μια έκπληξη. Ο Ιβαν δεν ήταν μόνος. Στο σαλόνι καθόντουσαν άλλοι τρεις άντρες, εύσωμοι σαν κι αυτόν, με άγρια, ρώσικα χαρακτηριστικά. Έμοιαζαν με μπράβους. Ξεροκατάπια γεμάτος άγχος. Οι δυο φορούσαν μαύρα γυαλιά, καταλάβαινα όμως ότι πίσω απ’ τους μαύρους φακούς παρατηρούσαν εμένα. Κατάλαβα απ’ την πρώτη στιγμή ότι θα γινόμουν «πιάτο» και γι’ αυτούς, αλλά δε με πείραζε. Ίσα ίσα. Ο τρίτος ειδικά μου άρεσε πάρα πολύ. Μελαχρινός, με αρρενωπό πρόσωπο και δυνατό σώμα. Ένιωσα την καρδιά μου να καίγεται. Ο πρωκτός μου άρχισε να σπαρταράει από τον πόθο. Ανυπομονούσα να γίνω δικός του.

Δυστυχώς όμως δεν έκανα και τόσο καλή εντύπωση. Ο ωραίος άντρας απλά μου έριξε ένα κενό βλέμμα και μετά γύρισε αλλού το κεφάλι και δε με ξανακοίταξε. Όσο για τους άλλους δυο, φέρθηκαν με ακόμα μεγαλύτερη αγένεια :

- Τι μπάζο είν’ αυτό ; είπε περιφρονητικά ο ένας. Αυτόν θα πηδήξουμε ; Κοίτα τα μούτρα του.

Έγινα κατακόκκινος από ντροπή. Δε βρήκα καν το κουράγιο να απαντήσω. Ένιωσα αδικημένος, διότι αντικειμενικά δεν είμαι άσχημος. Το σώμα μου, όπως και το πρόσωπο μου – εντελώς άτριχα - είχαν ελκύσει μέχρι στιγμής αρκετούς άντρες, αν και η ομορφιά μου κυμαίνεται στα όρια της θηλυπρέπειας.

Σηκώθηκαν απ’ την πολυθρόνα και άρχισαν να με εξετάζουν από πάνω ως κάτω, σα να προσπαθούσαν να βρουν κάτι όμορφο πάνω μου. Ανταπέδωσα με θάρρος το βλέμμα, προσπαθώντας να δείξω ότι δε μ’ ένοιαζαν τα σχόλια τους. Κάρφωσα με προκλητικότητα τα μάτια μου στον «μάγκα» που σχολίασε την εμφάνιση μου. Με κοίταξε κι αυτός έντονα για ένα δευτερόλεπτο. Και τότε έγινε κάτι που δεν το περίμενα : σήκωσε το χέρι και με χαστούκισε δυνατά !

Το χτύπημα ακούστηκε σ’ όλο το δωμάτιο. Ένιωσα το μάγουλο μου να παίρνει φωτιά. Τον κοίταξα σοκαρισμένος. Η προκλητική έκφραση μου είχε χαθεί

- Ένας σκλάβος ποτέ δεν υψώνει το βλέμμα στον αφέντη του, πουστάκο, είπε με βαριά, ρώσικη προφορά. Μη με ξανακοιτάξεις με το υφάκι αυτό, γιατί σε στέλνω στο διάολο μέχρι να πεις «τρία». Κατανοητό ;

- Μα.. μάλιστα…ψέλλισα σιγανά. Δεν ήθελα για τίποτα να προκαλέσω την οργή τους.

Ο Ιβαν δεν έκανε καμία κίνηση να με υπερασπιστεί. Αντιθέτως χαμογέλασε ενθαρρυντικά και έκανε νόημα να σηκωθούν. Σηκώθηκαν όλοι όρθιοι και με πλησίασαν επικίνδυνα. Ο ωραίος μελαχρινός που τόσο μου άρεσε ήρθε και πλησίασε το πρόσωπο του στο δικό μου:

- Γδύσου… γρύλισε.

Πόσο μου άρεσε η ιδέα να γδυθώ μπροστά του… Ακόμα κι αν κοίταζαν άλλοι τη σκηνή. Δεν έφερα καμία αντίρρηση και ήμουν έτοιμος να κατεβάσω το παντελόνι μου…

- Όχι εδώ… Δε μ’ αρέσει στα όρθια. Στην καρέκλα θα στηθείς. Μπρος !

Με μια απότομη κίνηση έφερε μια ξύλινη καρέκλα στη μέση του δωματίου. Με διέταξε να γονατίσω πάνω. Υπάκουσα αμέσως. Γονάτισα στην καρέκλα, με την πλάτη γυρισμένη προς αυτούς, δείχνοντας τα οπίσθιά μου. Ο Τζέροφ – αυτό ήταν τ’ όνομα αυτού που μου άρεσε – ήρθε κοντά μου.

- Κατέβασε τα ! διέταξε. Θέλω να δω τον κώλο σου !

Δάγκωσα τα χείλη μου, όμως έπρεπε να το κάνω. Με αργές, διστακτικές κινήσεις, έφερα τα χέρια μου πίσω κι άρχισα να κατεβάζω τα παντελόνια μου. Τα βλέμματα είχαν καρφωθεί στα πισινά μου, τα κοιτούσαν και οι τέσσερις με μεγάλο πόθο. Αποκάλυπτα τον κώλο μου σιγα σιγά, χιλιοστό χιλιοστό. Τελικά ξεγυμνώθηκα εντελώς, δείχνοντας σε όλους τα γυμνά κωλομάγουλα μου. Έχω ωραίο, πεταχτό κωλαράκι. Δεν είχα καμιά αναστολή να το δείξω. Ειδικά στον Τζέροφ, που φαινόταν πολύ ευχαριστημένος από το θέαμα :

- Εξωτερικά μια χαρά είναι… Για να εξετάσουμε και τη μέσα μεριά…

Πριν καταλάβω τι εννοούσε, ήρθε ακριβώς από πίσω μου. Με το ένα χέρι μ’ αρπαξε με δύναμη από τον ώμο και το άλλο το έφερε στο άνοιγμα της τρύπας μου. Βόγκηξα δυνατά, καθώς ένιωσα δυο δάχτυλα να μπαίνουν μέσα μου. Δεν ήταν δυσάρεστη αίσθηση. Το αντίθετο. Ένιωθα ευτυχισμένος με τα δάχτυλα του μες στον πρωκτό μου, που χαλάρωσε επικίνδυνα. Ο Τζέροφ το κατάλαβε. Ένιωσα άσχημα, καθώς κατάλαβε πόσο τον ποθούσα :

- Τόσο εύκολη είσαι μωρή πουτάνα ; Τόσο εύκολα ανοίγει η τρύπα σου ;

Τον κοίταξα σχεδόν με τύψεις. Ντρεπόμουν να παραδεχτώ ότι φτιαχνόμουν και μόνο από το βλέμμα του, πόσο μάλλον όταν μου έχωνε δάχτυλα. Με κοίταξε αηδιασμένος. Τράβηξε απότομα τα δάχτυλά του και με χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο :

- Με αηδιάζεις πουτάνα…

Πόνος, δάκρυα και ηδονή (1ο μέρος) Αισθάνθηκα απαίσια. Ότι ήμουν πράγματι ένα σιχαμερό σαρκίο. Ότι άξιζα τη συμπεριφορά και το χτύπημα του. Εμπόδισα τα δάκρυα μου να τρέξουν, προσπαθώντας να σώσω όση αξιοπρέπεια μου έμεινε. Φαίνονταν όμως αποφασισμένοι να με κάνουν να λυγίσω… Να με εξευτελίσουν. Ο Ιβαν ήρθε κι αυτός κοντά μου και με κοίταξε με το άγριο βλέμμα του, προσπαθώντας να με μειώσει ακόμα πιο πολύ :

- Ξέρετε γιατί είναι εδώ, έτσι ; ρώτησε απευθυνόμενος στους άλλους. Δε μου δίνει τα λεφτά μου. Δέχτηκε να γίνει ο σκλάβος μας. Του αρέσει κιόλας. Έτσι δεν είναι ;

Δάγκωσα τα χείλη, μην ξέροντας τι να απαντήσω. Ο άλλος, που με είχε χαστουκίσει στην αρχή, ήρθε κατά πάνω μου και με άρπαξε απ’ τα μαλλιά. Μια κραυγή βγήκε απ’ το στόμα μου, καθώς με τραβούσε βίαια απ’ το μαλλί:

- Ώστε δεν πληρώνεις, γαμιόλη ε ; μούγκρισε. Κρατάς τα λεφτά για πάρτη σου…

Πήγα να του εξηγήσω ότι δεν πλήρωνα γιατί απλά δεν είχα λεφτά, όμως δεν πρόλαβα να μιλήσω:

- Δέστε τον !

Άρχισα να τρέμω… Να φοβάμαι στ’ αλήθεια. Στην πραγματικότητα δεν ήξερα καν πού έχω μπλέξει. Πίστευα ότι η όλη φάση θα περιλάμβανε μόνο φετιχιστικά παιχνίδια. Δεν ήξερα ότι είχα να κάνω με πραγματικούς σαδιστές. Ο Ιβαν κι ένας άλλος πήγαν μέσα να φέρουν σκοινιά. Ο άλλος, παρέα με τον Τζέροφ στάθηκαν δίπλα μου, ο ένας δεξιά, ο άλλος αριστερά. Μου άνοιξαν τα χέρια και τα έδεσαν στα πλαϊνά της καρέκλας. Τα πόδια μου τα έδεσαν σφιχτά μεταξύ τους, δε μπορούσα να τα κουνήσω. Ήμουν κυριολεκτικά δεμένος, γονατισμένος πάνω στην καρέκλα. Κυριολεκτικά αντικείμενο ηδονής. Ο άγριος Ρώσος – ο πιο άγριος απ’ όλους – μου τράβηξε ξανά τα μαλλιά πιάνοντας με απ’ το σαγόνι:

- Ο Ιβάν είναι φίλος μου, γρύλισε. Όποιος τον κοροϊδεύει, αλίμονό του…

Ήμουν ανήμπορος και τρομοκρατημένος… Δε μπορούσα να απαντήσω, προσπαθούσα απλά να ελέγξω την αναπνοή μου. Φοβόμουν πάρα πολύ… Και τους άρεσε.

- Θα σε μάθω εγώ να κοροϊδεύεις τον Ιβαν, μουρμούρισε, παίρνοντας ένα μαστίγιο στο χέρι. Ένας λυγμός βγήκε απ’ τα χείλη μου. Ήθελαν να με χτυπήσουν, και μάλιστα άσχημα. Κοίταξα ικετευτικά τον Ιβάν, όμως απ’ το ύφος του φαινόταν ότι απολάμβανε την κατάστασή μου. Αντίθετα ο Τζέροφ είχε μια έκφραση ανησυχίας. Ο τύπος πίσω μου συνέχισε να με απειλεί, κραδαίνοντας το μαστίγιο και κοιτάζοντας το γυμνό πισινό μου:

- Θα σε στρώσω εγώ, καριόλη... Θα σε ταΐσω με το μαστίγιο μέχρι να βάλεις τα κλάματα.

Ένα φοβερό χτύπημα ακούστηκε. Έβγαλα μια κραυγή πόνου, καθώς ένιωσα καυτές βελόνες να μπαίνουν στον ποπό μου. Ο Ρώσος σήκωσε πάλι το μαστίγιο και με χτύπησε ξανά, πιο δυνατά αυτή τη φορά. Με μαστίγωνε με αγριότητα, με μίσος, λες και με τιμωρούσε για ένα έγκλημα. Ο πόνος ήταν αφόρητος, κάθε χτύπημα ξέσκιζε το κωλαράκι μου. Άρχισα να κλαίω γοερά. Να ουρλιάζω, παρακαλώντας τον να με λυπηθεί και να σταματήσει. Μάταια όμως. Συνέχισε να με χτυπάει όσο πιο δυνατά μπορούσε. Τα σκοινιά με εμπόδιζαν να κουνηθώ και κανένας δεν έκανε κίνηση να τον σταματήσει. Και η τιμωρία συνεχιζόταν. Η βέργα χτυπούσε τον κωλαράκο μου, γρήγορα, ακούραστα και δυνατά. Μπορούσα να νιώσω το αίμα να κυλάει, το απαλό μου δέρμα να σκίζεται. Δεν το άντεχα άλλο τον πόνο. Έκλαιγα σπαραχτικά, όμως δεν υπήρχε έλεος. Ήθελε να με φτάσει στα όρια.

- Γιατί κλαις, μωρή ; Πονάει ο κώλος σου ;

- Σταματήστε !! Σας παρακαλώ !!

- Άρπα τες στον κώλο σου, να μάθεις να μην πληρώνεις… Σ’ αρέσει που σου πονάω την κωλάρα ; Ε, σ’ αρέσει ;

Τα χτυπήματα σίγουρα είχαν ξεπεράσει τα εκατό. Άδικα ούρλιαζα, άδικα προσπαθούσα να ξεφύγω από τα δεσμά μου. Κόντευα να λιποθυμήσω από τον πόνο, όταν τελικά επενέβη ο Τζέροφ:

- Σταμάτα Νικολάι ! φώναξε σε προστακτικό τόνο. Κόφτο !

Ο Ρώσος τον κοίταξε υποτιμητικά και δε σταμάτησε να με χτυπάει. Ο Τζέροφ του άρπαξε με δύναμη το χέρι, αναγκάζοντας τον να σταματήσει :

- Σταμάτα είπα ! Σταματήστε όλοι ! Ο άνθρωπος μάτωσε !

Η κατάσταση είχε ξεφύγει απ’ τα όρια. Τα πισινά μου είχαν γεμίσει πληγές και βαθιές χαρακιές που έσταζαν αίμα. Ο πόνος με τύφλωνε, με έκαιγε…Το ίδιο και η ντροπή. Έκλαιγα γοερά, άφησα όμως τον Τζέροφ να λύσει τα δεσμά μου και να με σηκώσει στα χέρια. Δέχτηκα χωρίς αντίσταση, ούτως ή άλλως δε μπορούσα να περπατήσω από τον πόνο. Με πήρε αγκαλιά και με οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα μου, μακριά από τα σχόλια των υπολοίπων:

- Έλα ηρέμησε… μου είπε ψιθυριστά. Ησύχασε…

Με φίλησε στο μάγουλο – το μάγουλο που πριν λίγη ώρα είχε χαστουκίσει με δύναμη – και με έβαλε να ξαπλώσω. Έγειρα το ταλαιπωρημένο κορμί μου στο απαλό στρώμα. Ήθελα να παραδοθώ σ’ ένα γλυκό ύπνο, αποκαμωμένος από τη στενοχώρια και το κλάμα, πονούσα όμως ακόμα πολύ. Ο Τζέροφ το κατάλαβε. Με απαλές κινήσεις, με γύρισε μπρούμυτα και με κοίταξε τρυφερά από πίσω.

- Περίμενε λίγο…

Βγήκε απ’ το δωμάτιο, αφήνοντας με μόνο για λίγα λεπτά. Ξαναγύρισε κρατώντας μια βρεγμένη πετσέτα, που την άπλωσε στα κατακόκκινα κωλομάγουλα. Ένα υπέροχο κύμα ανακούφισης με πλημμύρισε. Ο πόνος άρχισε να υποχωρεί. Η παγωμένη κομπρέσα και το χάδι του με ανακούφιζαν, μου έκαναν καλό. Χάιδευε στοργικά τους γλουτούς μου, λες και προσπαθούσε μ’ αυτόν τον τρόπο να καταπραΰνει τον πόνο. Και ο κωλαράκος μου δεχόταν σα βάλσαμο το χάδι του, που, σε συνδιασμό με τη δροσιά της πετσέτας , πονούσε όλο και λιγότερο.

Δεν περίμενα τέτοια καλοσύνη. Τον ευχαρίστησα με ειλικρίνεια, καθώς αν δεν ήταν αυτός θα συνέχιζαν να με κακοποιούνε. Ταυτόχρονα τον κοίταξα με ευγνωμοσύνη στα μάτια. Μέσα στο απαλό φως της κρεβατοκάμαρας έγειρε από πάνω μου και ανταπέδωσε το βλέμμα.

- Έχεις υπέροχα μάτια, ψιθύρισε. Είναι κρίμα να είναι κλαμένα.

Πλησίασε το πρόσωπο του στο δικό μου και με φίλησε στο στόμα. Στο φιλί του δεν υπήρχε τίποτα το χυδαίο, μόνο μια απλή κίνηση τρυφερότητας. Ίσως τελικά να μην ήμουν τόσο αηδιαστικός γι’ αυτόν Ανταποκρίθηκα με πάθος, νιώθοντας την καρδιά μου να χτυπά δυνατά. Μου άρεσε τόσο πολύ, επιτέλους ήμουν δικός του. Το κορμί μου τινάχτηκε όταν με έσφιξε στα δυνατά του μπράτσα. Ένιωσα να συσπώμαι από κύματα ηδονής. Και ξαφνικά ένιωσα ότι ήθελα να κάνω έρωτα μαζί του. Του ζήτησα απελπισμένα να με πάρει, να με δεχτεί… Εκείνος στην αρχή δίστασε. Μου είπε ότι ήμουν ήδη πολύ ταλαιπωρημένος και οτι αύριο με περίμενε άγριο σεξ κι απ’ τους τέσσερις. Όμως εγώ επέμεινα παθητικά. Ήδη η τρυπούλα μου ανοιγόκλεινε απ’ τον πόθο. Τελικά ενέδωσε στις ορέξεις μου:

- Εντάξει μωρό μου… Όπως θες.

Μου έβγαλε άγρια όσα ρούχα φορούσα και με γύρισε ανάσκελα. Άρπαξε τα πόδια μου και τα σήκωσε ψηλά, βάζοντας τα στους ώμους του. Χαμογέλασα προκλητικά, καρφώνοντας τον με τα μάτια μου, που απ’ ο, τι κατάλαβα του άρεσαν πολύ. Όταν άρχισε να μου αλείφει τον πρωκτό με τζελ, άρχισα να βογκάω από ευχαρίστηση. Τα δάχτυλά του έμπαιναν για δεύτερη φορά στην τρύπα μου. Αναστέναξα δυνατά, ελπίζοντας να με ακούνε και οι άλλοι. Να καταλάβουν ότι περνούσα κι εγώ καλά. Δε χρειάστηκε να τον πάρω στο στόμα μου, κάβλωνε και μόνο που κοίταζε τον κώλο μου. Τα μαστιγωμένα κωλομέρια και η κωλοτρυπίδα μου τον ερέθιζαν τέρμα. Ένιωσα το όργανό του στην άκρη της τρύπας μου. Μου τον κάρφωσε με δύναμη, χώνοντας το όλο μέσα. Έβγαλα μια κραυγή ευχαρίστησης. Το παλούκι του ήταν ολόκληρο στον κώλο μου, τον γέμιζε κυριολεκτικά. Ταυτόχρονα, χάιδευε και φιλούσε τα πόδια μου. Δεν ήθελα όμως να ασχοληθεί τώρα μ’ αυτά. Το μόνο που ήθελα ήταν να με γαμήσει. Άρχισε να κινείται μέσα μου, αργά και απαλά. Οι κινήσεις του ήταν αργές και προσεκτικές, δεν ήθελε να με πονέσει. Μου άρεσε που με πρόσεχε, όμως δεν μου έφτανε. Ήθελα πιο δυνατά.

Πόνος, δάκρυα και ηδονή (1ο μέρος) Άρχισε να με ξεκωλιάζει. Να με γαμάει άγρια σαν ξεκουρδισμένη σεξομηχανή. Κοίταζε την κωλότρυπα μου, παρακολουθώντας πώς την ξέσκιζε με το στιλιάρι του. Το πράμα έμπαινε όλο μέσα μου, με έφτανε ως τον πάτο. Εγώ φώναζα σαν τρελή. Μου άρεσε απίστευτα. Οι ευγενικές κινήσεις είχαν χαθεί, πλέον ήμουν η τσούλα του. Μου έριχνε χαστούκια ενώ με έπαιρνε, κάνοντας με να καβλώσω κι άλλο, ενώ ταυτόχρονα με έβριζε :

- Σ’ αρέσει πουστάρα ; Σ’ αρέσει που σε γαμάω ;

Δε μπορούσα να απαντήσω, μόνο βογκούσα παθητικά. Σίγουρα ακουγόμουν σ’ όλο το σπίτι. Το πιστόνι του συνέχισε να μπαινοβγαίνει άγρια στην κωλάρα μου, που πια είχε γίνει διπλάσια σε μέγεθος. Ο πάτος μου είχε πάρει φωτιά, αλλά δεν ήθελα να σταματήσει. Η άγρια έκφραση είχε επιστρέψει στο πρόσωπο του, με πήδαγε όσο πιο δυνατά μπορούσε, κάνοντάς με να πονάω:

- Θα σου σκίσω τον κωλόπατο… Για να μάθεις να πουλάς την κωλάρα σου.

- Μη αφέντη, πονάω !

- Πού πονάς ; ! Πες πού πονάς !

- Στον κώλο μου ! στρίγκλισα. Στην κωλότρυπα μου ! Φτάνει, σας παρακαλώ…

- Εσύ το ζήτησες πούστη… Τα ήθελε η σούφρα σου. Και τώρα θα σε γαμήσω μέχρι να ματώσεις… Μέχρι να τρέξει αίμα από την κωλάρα σου… Παρτα… Πάρτα… Πάρτα

Η πούτσα του σφυροκοπούσε τον πάτο μου ανελέητα…Με είχε σκίσει. Έσκουζα σα γουρούνι από πόνο και ηδονή. Τελικά όμως δεν άντεξε και υποχώρησε πρώτος στην ευχαρίστηση που του πρόσφερα εγώ. Μ’ ένα άγριο μουγκρητό τέλειωσε μες στον κώλο. Τραβήχτηκε από μέσα μου, αφήνοντας την τρύπα μου να χάσκει ξεχειλωμένη. Χωρίς κανένα σχόλιο, έπεσε αποκαμωμένος στο κρεβάτι δίπλα μου και με πήρε στην αγκαλιά του.

Φίλησα τον εραστή μου και έγειρα στον ώμο του να κοιμηθώ. Αύριο άρχιζε η σκληρή εκπαίδευση…


(συνεχίζεται… )

Σχόλια  

#2 Whiteface 21-05-2018 19:16
Καυλιαρικη ή ιστορία σου, συνέχισε το πλιζ! Γιατί δεν τό συνεχίζεις;;
Παράθεση
#1 Greek Gay Lust 06-04-2016 00:36
Εξαιρετική ιστορία εύγε για την αφήγηση
Παράθεση

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

Νέες Ερωτικές Ιστορίες

Πολυδιαβασμένες Ιστορίες

Έρευνα hiv

Επιτέλους Σύμφωνο Συμβίωσης. Αν βρείτε τον κατάλληλο/η θα τον παντρευόσασταν;

Ναι - 38.8%
Όχι - 21.6%
Δεν ξέρω - 10.8%
Είμαι κρυφή - 28.8%
Η ψηφοφορία για αυτή τη δημοσκόπηση έχει λήξει
Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας για να μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα!
S-Cape club Γκάζι Γκέι Ερωτικές ιστορίες - gayhellas

...και στο Facebook!

 Hot Live webcam Gay chat!