Με τον Βασίλη ήμασταν φίλοι αρκετό καιρό, από το Λύκειο, και η τύχη τα έφερε έτσι ώστε να περάσουμε στην ίδια σχολή και στην ίδια πόλη και να βρεθούμε συγκάτοικοι στο ίδιο διαμέρισμα. Η συγκατοίκησή μας υποσχόταν όλα τα πλεονεκτήματα μια παλιάς γνωριμίας μεταξύ δύο κολλητών: ξέραμε καλά ο ένας τον άλλον κι έτσι η συμβίωση δεν θα χρειαζόταν να περάσει ούτε από κάποιον χρόνο προσαρμογής ούτε και από κάποιον χρόνο δοκιμασίας προκειμένου να διαπιστωθεί η βάσει των χαρακτήρων μας εφικτότητά της. Εξ άλλου είχαμε συμβιώσει και στο παρελθόν, όχι βέβαια για μεγάλες περιόδους, κυρίως κάποια καλοκαίρια στο παραθαλάσσιο εξοχικό του Βασίλη, και τα είχαμε καταφέρει μια χαρά. Γνωρίζαμε καλά ο ένας τις συνήθεις του άλλου, τις προτιμήσεις του, τις ιδιοτροπίες του, αλλά συμμεριζόμασταν και κάποια κοινά ενδιαφέροντα και στο κάτω κάτω ήμασταν δύο παλιοί φίλοι σε μία ξένη πόλη, ποια άλλη συγκατοίκηση θα μπορούσε να φανεί προσφορότερη λύση; Τον πρώτο μήνα όλα έβαιναν αρμονικά. Οι συνηθισμένες πρώτες μέρες της φοιτητικής ζωής, ανοιχτές σε γνωριμίες και γεμάτες περιέργεια αλλά και διάθεση για ελεύθερη ζωή. Στο μεταξύ ο Βασίλης, όπως μου είχε εξομολογηθεί αλλά και όπως είχα καταλάβει και μόνος μου, πολιορκούσε μια κοπέλα από την σχολή, εξαιρετικά όμορφη, την Δήμητρα. Ψηλή, μελαχροινή, με γαλανά μάτια, στήθη σχεδόν σφαιρικά σε μέγεθος μικρών πεπονιών που διαγράφονταν κάτω από τα κολλητά της ρούχα αρκετά σφιχτά, στητά και σφριγηλά όπως και οι τέλεια τορνευτοί ημισφαιρικοί γλουτοί της. Αυτοί οι τελευταίοι τονίζονταν ιδιαίτερα κάτω από τα κολλάν που συνήθιζε να φοράει ή ακόμη πιο όμορφα κάτω από τα εφαρμοστά τζην, τα ξεθωριασμένα ακριβώς στα σημεία των γλουτών που νόμιζες πως τρίβονταν μεταξύ τους καθώς περπατούσε εκτινάσσοντας στα ύψη τις τιμές της τεστοστερόνης μου και αναγκάζοντάς με πολλές φορές να προσπαθώ να καλύψω όσο πιο εύσχημα μπορούσα τις αδιάκριτα συχνές στύσεις μου κάτω από το εξόγκωμα του δικού μου τζην. Με λίγα λόγια ήμουν κι εγώ απελπιστικά ερωτευμένος με την αιθέρια αυτή ύπαρξη, μόνο που βρισκόμουν στην δυσάρεστη θέση να έρχομαι δεύτερος, καθ’ ότι ο Βασίλης εξομολογούμενος τον έρωτά του σε μένα ουσιαστικά ακύρωνε την οποιαδήποτε προσπάθειά μου να προσεγγίσω το θεσπέσιο αυτό πλάσμα με τρόπο που δεν θα πλήγωνε ανεπανόρθωτα, και δικαιολογημένα, την πολύχρονη φιλία μας. Εξ άλλου ήταν φανερό ακόμη και με βιαστική κι επιπόλαια ματιά πως ο φίλος μου υπερτερούσε κατά πολύ έναντι μου σε προσόντα και θέλγητρα. Πρώτα πρώτα ήταν ψηλότερος από μένα, αρκετά πιο γυμνασμένος (όταν φορούσε, επίτηδες φυσικά, εφαρμοστά μπλουζάκια η γράμμωσή του διαγράφονταν κάτω από το λεπτό ύφασμα), είχε ένα νόστιμο μελαχροινό πρόσωπο κι ένα χαμόγελο που αιχμαλώτιζε αμέσως τις γυναίκες. Έπειτα διέθετε αυτοκίνητο, ενώ εγώ δεν ήξερα καν να οδηγάω. Όλα αυτά χάριζαν σε εκείνον ένα άνετο προβάδισμα και σε μένα μια ολοένα και αυξανόμενη απελπιστική διάθεση. Μπορείτε να φανταστείτε πώς αισθανόμουν κάθε φορά που ζητούσε την γνώμη μου και την συμβουλή μου σχετικά με το τι θα έπρεπε να φορέσει ή να μη φορέσει, να πει ή να μη πει, να δείξει ή να μη δείξει, προκειμένου να προσελκύσει το βλέμμα και το ενδιαφέρον της Δήμητρας. Εγώ πάλι ένοιωθα κυριολεκτικά διχασμένος: από την μια ο αγιάτρευτος έρωτάς μου για την ίδια κοπέλα και από την άλλη η ειλικρινής αγάπη για τον φίλο μου. Αν φανέρωνα έστω και λίγο, όχι την δυσφορία μου, μα και την απλή ενόχλησή μου για όλη αυτήν την κατάσταση θα έδειχνα ότι τον φθονούσα, ότι τον ζήλευα, όχι επειδή ήμουν κι εγώ ερωτευμένος μαζί της, αλλά ίσως επειδή αυτός είχε βρει κάποια που του κίνησε το ενδιαφέρον κι εγώ έμενα πίσω. Έτσι δεν μου είχε απομείνει άλλη επιλογή από το να υποφέρω βουβά και να υπομένω το μαρτύριό μου σιωπηλός. Εν τω μεταξύ ο πολιορκητικός κλοιός του Βασίλη γύρω από την Δήμητρα μέρα τη μέρα στένευε επικίνδυνα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά είχα αρχίσει ήδη να διακρίνω τα πρώτα θετικά σημάδια ανταπόκρισης εκ μέρους της. Όλο κάτι ραντεβουδάκια, κάτι ξεμοναχιάσματα, κάτι τετ α τετ τρυφερά ενσταντανέ με αυτόν και αυτήν μόνους στο ίδιο τραπέζι του κυλικείου της σχολής, και άλλα τέτοια. Άρχισαν να κάθονται και δίπλα δίπλα στα μαθήματα χωρίς εγώ φυσικά να μπορώ να καθίσω δίπλα στον Βασίλη όπως τις πρώτες μέρες, θα ήταν σαν να του κάνω απροκάλυπτη χαλάστρα, αφού γνώριζα καλύτερα από κάθε άλλον τον σκοπό του. Μα και οι υπόλοιποι –όσους είχαμε προλάβει να γνωρίσει εκείνο τον πρώτο καιρό στην σχολή- δεν έτρωγαν φυσικά κουτόχορτο. Πάνω κάτω κάτι είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν και ψυλλιάζονταν για πού το πήγαινε ο Βασίλης. Εμένα πάλι με έτρωγαν οι αμφιβολίες. «Όλα δείχνουν ότι τον θέλει και αυτή, δες πώς τον κοιτάζει τώρα, πρόσεξε πώς του μιλάει, σχεδόν τρίβεται πάνω του, παρατήρησε τι φόρεσε σήμερα που ήξερε ότι θα καθίσει δίπλα της», όλο κάτι τέτοιες σκέψεις με βασάνιζαν, μα από την άλλη μέσα μου υπήρχε και ο αντίλογος, που δεν ήμουν σε θέση να ξεχωρίσω αν επρόκειτο για μια ασυναίσθητη προσπάθεια να αυτοπαρηγορηθώ ή για μια ένταση τελείως εύλογη και φυσιολογική: «Κι αν όλη αυτή η εντύπωση που μου δίνει η συμπεριφορά της, ότι δηλαδή τον θέλει, δεν είναι παρά μόνο η τρέλλα και η ζήλεια του ερωτευμένου που βλέπει παντού εχθρούς;». Και πότε έκλινα προς την μία εκδοχή, πότε προς την άλλη βασανίζοντας έτσι με νύχτες και νύχτες αϋπνίας τον δύστυχο εαυτό μου. Αλλά οι αμφιβολίες δεν έμελε να κρατήσουν για πολύ ακόμη. Ένα Σάββατο βράδυ ο Βασίλης ντύθηκε, στολίστηκε, έβαλε την πιο κολλητή κι εφαρμοστή μπλούζα που βρήκε μέσα στην ντουλάπα του, ένα όμορφο τζην παντελόνι που τόνιζε τους γυμνασμένους μηρούς του, το πιο καλό και κάτασπρο ζευγάρι ολοκαίνουργια αθλητικά παππούτσια, περιποιήθηκε την αξυρισιά του, ραντίστηκε με μισό μπουκάλι κολόνια και τσουπ ήρθε και στάθηκε μπροστά μου, ανάμεσα σε μένα και στην τηλεόραση. «Εσύ δεν θα βγεις;» με ρώτησε σχεδόν αδιάφορα, έτσι για να βγει από την υποχρέωση και για να ξεκινήσει την κουβέντα. «Μπα, δεν έχω όρεξη» απάντησα με τις λέξεις μου μασημένες. «Καλά», μου λέει, «ευχήσου μου τότε καλή τύχη». «Καλή τύχη για ποιο πράγμα;» απόρησα. «Σήμερα θα κριθούν όλα» μου απαντά. «Θα τα ρίξω στην Δήμητρα χωρίς πολλές περιστροφές». Προσπάθησα να κρύψω την ταραχή μου. Νομίζω πως τα κατάφερα αρκετά καλά. Ωστόσο πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να μπορέσω να αρθρώσω μια απάντηση: «Α, ε τότε καλή τύχη». «Να ξέρεις», ξαναπήρε εκείνος τον λόγο, «η Δήμητρα μένει με την μεγάλη της αδερφή. Οπότε αν παιχτεί καμιά φάση απόψε» (σε αυτό το σημείο μου έκλεισε πονηρά και συνωμοτικά το μάτι) «μάλλον θα παιχτεί εδώ. Δεν πιστεύω να σε ενοχλεί, εξ άλλου εκείνη την ώρα εσύ μάλλον θα κοιμάσαι του καλού καιρού στο δωμάτιό σου». Τα δωμάτιά μας ήταν πλάι πλάι και το μόνο που τα χώριζε ήταν ένας κάπως λεπτός τοίχος, έτσι που η πάνω πλευρά του κρεβατιού μου θα ακουμπούσε την πάνω πλευρά του δικού του κρεβατιού αν αυτός ο τοίχος απουσίαζε. Του είπα ότι εντάξει, δεν υπάρχει πρόβλημα κι ότι φυσικά στο δωμάτιό του ήταν ελεύθερος να κάνει ό,τι ήθελε. Ύστερα εκείνος έφυγε, κάπως αγχωμένος βέβαια, αλλά αρκετά αισιόδοξος. Οι επόμενες ώρες κύλησαν χωρίς να συμβεί κάτι ιδιαίτερο, εγώ συνέχισα να βλέπω τηλεόραση αν και το μυαλό μου πετούσε τελείως αλλού, αλλά παρά την νευρικότητά μου και την αγωνία μου η κόπωση μετά από τόσες νύχτες αϋπνίας είχε συσσωρευτεί για τα καλά σε δυο μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια μου κι έτσι δεν μπόρεσα να αντισταθώ περισσότερο στην νύστα. Όταν άρχισα πια να νιώθω τα βλέφαρά μου βαριά σαν σιδεριές έκλεισα βιαστικά την τηλεόραση και αποσύρθηκα στο δωμάτιό μου για ύπνο. Το επόμενο πρωί ξύπνησα σχετικά νωρίς. Βγήκα από το δωμάτιο ζαλισμένος ακόμη από τον ύπνο κι αφού πλύθηκα πήγα στην κουζίνα να ετοιμάσω καφέ. Ο Βασίλης ήταν ήδη εκεί κι έφτιαχνε κι αυτός καφέ. Μόλις τον είδα όπως ήταν λογικό θέλησα να μάθω τι είχε συμβεί επιτέλους χθες το βράδυ. «Σκάσε, μαλάκα, μη φωνάζεις», μου απάντησε, «η Δήμητρα είναι μέσα στο δωμάτιο». «Μέσα στο δωμάτιο;» έκανα εγώ έκπληκτος αν και όσο πιο ψιθυριστά μπορούσα. «Ναι» μου λέει μ’ένα χαμόγελο μέχρι τα αφτιά. «Δηλαδή;». «Τι δηλαδή ρε; Όλα πήγαν πολύ καλά! Όλη νύχτα το γλεντούσαμε, δεν μας άκουσες καθόλου;». Πήρα ένα βλέμμα μεγάλης απορίας και έκπληξης. «Σοβαρά;». «Εσύ τι λες ρε φίλε; Ότι σου κάνω πλάκα; Καλά τόσο βαριά κοιμόσουν;». Τότε μόνο παρατήρησα ότι πάνω στο τραπέζι είχε απλώσει δυο φλιτζάνια για να τα γεμίσει με καφέ, κι όχι ένα. «Καλά, μιλάμε» συνέχισε ψιθυρίζοντας, «η γκόμενα είναι θεά! Δεν παίζεται! Φωτιά!». «Ναι ε;» έκανα κάπως αμήχανα μη έχοντας κάτι καλύτερο να απαντήσω. Μου έκανε μια χαρακτηριστική χειρονομία κουνώντας την σφιγμένη γροθιά μπροστά στο ανοιχτό του στόμα. «Η καλύτερη πίπα που μου έχουν κάνει ποτέ» είπε και μου έκλεισε το μάτι. «Όσο για το άλλο», πρόσθεσε κατεβάζοντας το μεσαίο του δάχτυλο και κουνώντας το χέρι του από τον καρπό και κάτω «μούναρος σωστός». Μου ‘δωσε μια αγκωνιά γελώντας και συμπλήρωσε μιλώντας στο αφτί μου: «Απόψε θα της ζητήσω και κώλο, έχει μια τρυπούλα κάτσε καλά, μάλλον αγάμητη θα είναι από πίσω. Θα πέσει καλό φυστίκωμα, η γκόμενα δεν έχει κολλήματα!». Δεν ήξερα τι να πω. Ζήλευα τρομερά που ο καλύτερός μου φίλος απολάμβανε την συγκεκριμένη γκόμενα κι έβριζα μέσα μου τον εαυτό μου που δεν είχα τολμήσει να κάνω εγώ το πρώτο βήμα, πού να ήξερα ότι ήταν τόσο εύκολη; «Έχει και κάτι βυζάρες, κάτι κεχριμπαρένιες ρώγες», συνέχισε εκείνος «άλλο πράγμα. Πρέπει να έχυσα τρεις φορές στα στήθη της. Πάντως απορώ που δεν άκουσες τίποτε, η γκόμενα ούρλιαζε σαν σκύλα, απόψε άμα της ξεσκίσω την κωλοτρυπίδα θα ξεσηκώσει όλη την γειτονιά». Άδειασε τον καφέ στα δυο ποτήρια και βγήκε από την κουζίνα. Γύρισε και μου είπε με σιγανή φωνή: Μπαίνω τώρα μέσα να της δώσω τον καφέ, εσύ κοίτα να είσαι ευγενικός μαζί της. Να μη τα πολυλογώ, εκείνη την ημέρα στην Σχολή πήγα μόνος, κάποια στιγμή έσκασαν μύτη και ο Βασίλης με την Δήμητρα, για λίγο μόνο, κι ύστερα εξαφανίστηκαν πάλι. Το βράδυ κλείστηκα στο δωμάτιο μόνος, ο Βασίλης και η Δήμητρα θα έρχονταν μάλλον αργά. Διάβαζα ένα βιβλίο μα ο νους μου πετούσε αλλού, η ματιά μου πρέπει να έμενε καρφωμένη στην ίδια σελίδα για πάνω από ένα μισάωρο. Σε κάποια στιγμή άκουσα το κλειδί να γυρίζει στην κλειδωνιά και ανάμεσα σε πνιχτά γυναικεία γελάκια την μπάσα φωνή του Βασίλη: «Μωρό μου θα το ξενυχτήσουμε και απόψε, έτσι δεν είναι; Έχω μεγάλα σχέδια για αυτήν την νύχτα». Έπειτα άκουσα ένα πονηρό γυναικείο γελάκι που σβήστηκε προφανώς από κάποιο φιλί. Τα χέρια του Βασίλη θα πρέπει να κινήθηκαν προς κάποια περιοχή περιορισμένης πρόσβασης γιατί άκουσα την Δήμητρα να λέει ναζιάρικα: «Όχι εδώ μωρό μου, πάμε μέσα στο δωμάτιο τουλάχιστον» , Μετά άκουσα μια ψευτοκραυγή δήθεν ξαφνιάσματος και δυσφορίας συνοδευμένη από το ίδιο ναζιάρικο γελάκι, οπότε και υπέθεσα πως ο ασυγκράτητος φίλος μου είχε σηκώσει στην αγκαλιά του την γκόμενα και βάδιζε ολοταχώς προς το δωμάτιό του. Πράγματι, το άνοιγμα, το κλείσιμο και το κλείδωμα της πόρτας του δωματίου του δεν άργησαν να ακουστούν και μόλις το τρίξιμο του κρεβατιού έφτασε στ΄αφτιά μου μαζί με το ίδιο πάντα κοριτσίστικο γελάκι (σημάδι ότι την είχε πετάξει πάνω στο κρεβάτι αρκετά άτσαλα ώστε να γελάσει δήθεν παραπονιάρικα όχι όμως και τόσο ώστε να διαμαρτυρηθεί στα σοβαρά) τινάχτηκα ενστικτωδώς προς το πάνω μέρος του κρεβατιού μου κι ακούμπησα τ’ αφτί μου σαν βεντούζα στον λεπτό τοίχο. Απ’ ό,τι έδειχναν τα πράγματα αυτό το τελευταίο δεν χρειαζόταν και τόσο γιατί ακουγόντουσαν τα πάντα, ακόμη και τα λόγια που αντάλλασσαν σε μέτρια ένταση – ο Βασίλης είχε δίκαιο: θα πρέπει να κοιμόμουν πολύ βαριά χθες το βράδυ για να μην ακούσω τίποτε. Τώρα άκουγα κάτι φερμουάρ να ανοίγουν και τα θροΐσματα των ρούχων που έβγαιναν. Θυμήθηκα αυτό που μου είχε πει ο Βασίλης το πρωί, ότι είχε σκοπό να της γαμήσει τον κώλο απόψε και από την μια μεριά φούντωνα από την καύλα, από την άλλη πάλι θέριευε μέσα μου η ζήλεια και η οργή. Και τότε, μέσα στην ταραχή και στην θολούρα μου μια ιδέα ξάστραψε σαν φλας στο μυαλό μου. Το μπαλκόνι των δύο δωματίων ήταν κοινό. Από τις πρώτες κιόλας μέρας της συγκατοίκησης είχαμε καταλάβει ότι τα δύο δωμάτια πρέπει αρχικά να χτίστηκαν ως ένα και μόνο και ο τοίχος προστέθηκε μετά, ίσως από τον σπιτονοικοκύρη για να το νοικιάζει σε φοιτητές ευκολότερα. Έτσι αν έβγαινα στο μπαλκόνι διακριτικά και αν ο Βασίλης δεν είχε τραβήξει τις ούτως ή άλλως σχετικά διάφανες κουρτίνες (απέναντί μας υπήρχε μια άδεια αλάνα και συχνά αφήναμε τις κουρτίνες ανοιχτές) ίσως να μπορούσα να πάρω λίγο μάτι, κάτι που από την μια το ήθελα γιατί θα έβλεπα γυμνή την θεογκόμενα των ονείρων μου αλλά κι από την άλλη το φοβόμουν γιατί δεν ήξερα πώς θα ακριβώς θα αισθανόμουν όταν θα την έβλεπα με τα ίδια μου τα μάτια να γαμιέται από κάποιον άλλον –ακόμη κι όταν κάτι το γνωρίζεις αλλιώς το αντιμετωπίζεις από την στιγμή που το έχεις δει κιόλας. Τελικά αποφάσισα να αναλάβω το ρίσκο, λαμβάνοντας όλα τα μέτρα προκειμένου να μη γίνω αντιληπτός. Θα έβγαινα ξυπόλυτος, μόνο με τις κάλτσες και χωρίς να φοράω παντόφλες, έτσι που να μην ακούγονται τα βήματά μου. Από το δωμάτιο του Βασίλη ήδη έφταναν στα αυτιά μου κάτι μικρά βογκητά της Δήμητρας που με λίγωναν, κι από μια φρασούλα που είπε ανάμεσα σε εκείνους τους ηδυπαθείς αναστεναγμούς: «η γλώσσα σου με τρελαίνει» κατάλαβα ότι ήδη της έκανε γλειφομούνι. Ήταν λοιπόν η κατάλληλη στιγμή. Το κρεβάτι ήταν τοποθετημένο έτσι ώστε να όποιος έβλεπε μέσα από το παράθυρο να το έβλεπε κατά μήκος του, ήταν δηλαδή τοποθετημένο παράλληλα προς το παράθυρο. Άρα αν η Δήμητρα ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα κι ο Βασίλης είχε χωμένο το κεφάλι του ανάμεσα στα μπούτια της κανείς δεν θα μπορούσε να με πάρει χαμπάρι. Προχώρησα ήσυχα ήσυχα δυο βήματα μπροστά και με την άκρη του ματιού μου βεβαιώθηκα πως πράγματι οι κουρτίνες δεν ήταν τραβηγμένες. Επιπλέον το φως μέσα στο δωμάτιο ήταν ανοιχτό. Έκανα ακόμη μισό βήμα μπροστά κολλημένος στον τοίχο του μπαλκονιού κι ύστερα έστρεψα το κεφάλι μου μόνο στην τζαμαρία της μπαλκονόπορτας με την καρδιά μου να χτυπάει σαν ταμπούρλο στρατιωτικής μπάντας. Πάνω στο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένη η Δήμητρα με την λαχταριστή κορμάρα της να καταλαμβάνει όλο το μήκος της έκτασης του στρώματος. Πράγματι, ο Βασίλης, κουλουριασμένος για να χωράει κι αυτός στο κρεβάτι είχε το κεφάλι του χωμένο στο μουνί της και το έγλειφε στον ρυθμό που του έδινε εκείνη κρατώντας το κεφάλι του. Από το δικό του σώμα έτσι κουλουριασμένος που ήταν δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτε, αλλά και δεν είχα λόγο να το κάνω. Κρίνοντας από τις γκριμάτσες απόλαυσης και ηδονής που κάθε τόσο έκανε η Δήμητρας με τους μυς του προσώπου της να συσπώνται ο φίλος μου θα πρέπει να έκανε εξαιρετικά θαυμάσια δουλειά. Δυστυχώς όμως, σε αντίθεση με την μεσοτοιχία μεταξύ των δύο δωματίων η μπαλκονόπορτα παρείχε τέλεια ηχομόνωση με αποτέλεσμα οποιαδήποτε προσπάθεια να ακούσω τα βογκητά της πήγαινε χαμένη. Τα μάντευα ωστόσο από τον τρόπο που έκλεινε τα μάτια της σμίγοντας τα φρύδια κι ανοίγοντας διάπλατα το στόμα της. Την στιγμή που είχα γυρίσει να κοιτάξω σήκωνε τις ποδάρες της και τις τύλιγε γύρω από το κεφάλι του Βασίλη σφίγγοντάς το με αυτές σαν τανάλια. Η επίπεδη κοιλιά της τρανταζόνταν από σπασμούς ηδονής που κουνούσαν συνέχεια το πετράδι που κρέμονταν από τον αφαλό της ενώ τα σφριγηλά βυζιά της πάλλονταν σαν ζελέ με τις κεχριμπαρένιες ρώγες στις κορυφές τους να έχουν κυριολεκτικά πετρώσει. Σκεφτόμουν τις ρώγες εκείνες περιχυμένες με γενναίες δόσεις καυτού αντρικού σπέρματος που θα άρμεγε με τα λεπτά κρινοδάχτυλά της και πέθαινα από καύλα. Τώρα ο Βασίλης είχε απλώσει τις χερούκλες του πάνω στους μαστούς της χωρίς να μετακινήσει καθόλου το κεφάλι του από το μουνί της και χούφτωνε την σφιχτή μάζα τους πολλαπλασιάζοντας τους μορφασμούς στο πρόσωπο της Δήμητρας μέχρι που εκείνη σήκωσε ψηλά τα πόδια της τέρμα πάνω και τέντωσε τα όμορφα δαχτυλάκια των πελμάτων που τρεμούλιαζαν από ηδονή. Τα καλοχυμένα της μπούτια αποκαλύφθηκαν σε όλο τους το μεγαλείο: ένας ιδανικός διάδρομος προσγείωσης για κάθε ανδρικό χέρι. Ιδανικές καμπύλες χωρίς καθόλου περιττό όγκο, τόσο καμπύλα ώστε να διατηρούν την θηλυκότητα και την ομορφιά τους παρέχοντας ίσα ίσα μόνο τα αναγκαία πιασίματα δίχως να φαίνονται ή να είναι χοντρά. Γοφοί που θα μπορούσα να χαϊδεύω με τις ώρες, πολύ ανώτεροι και από αυτούς που έπλαθε η φαντασία μου όταν τους έβλεπε να διαγράφονται κάτω από τα εφαρμοστά της τζην. Σκέφτηκα πως πάνω σε τόση καύλα θα ήταν πολύ δύσκολο να του αρνηθεί τον κώλο της και πως η ολοκληρωτική παράδοση του οπίσθιου οχυρού της ήταν απλώς ζήτημα λεπτών. Έριξα μια τελευταία ματιά στο θεσπέσιο κι ευλύγιστο κορμί που τόσο ποθούσα, μια ματιά λαγνείας και συνάμα οδύνης, πριν ξαναγυρίσω το κεφάλι μου κι αρχίσω να κατευθύνομαι ξανά προς το δωμάτιό μου. Δεν είχε νόημα να συνεχίσω το μπανιστήρι. Εκτός του ότι δεν θα άντεχα να βλέπω την γυναίκα των ονείρων μου να στήνει κώλο στον φίλο μου κι εκτός του ότι φοβόμουν μη προδοθώ υπήρχε κι ένας ακόμη λόγος: δεν άντεχα τα επώδυνα αποτελέσματα της μοιραίας σύγκρισης: ο Βασίλης ήταν πολύ ανώτερος γαμιάς από μένα. Ποτέ καμία γκόμενα δεν τρανταζόταν σύγκορμη όχι απλώς με το γλειφομούνι μου αλλά ούτε καν με το καλύτερο από τα γαμήσια μου έτσι όπως σπαρταρούσε η Δήμητρα παραδομένη στην γλώσσα του γαμιά της. Τέτοια απόλαυση ήμουν ανίκανος να της προσφέρω και μια γκόμενα τόσων καρατίων δεν ήταν ποτέ δυνατόν να συμβιβαστεί με τις δικές μου σεξουαλικές επιδόσεις. Κοντά μου ένα τέτοιο μουνί θα χαραμιζόταν. Σαν να οδηγούσα Φερράρι σε επαρχιακό χωματόδρομο με 10. Μια μόνο ματιά με έπεισε πως ο Βασίλης μπορούσε, ασφαλώς πολύ καλύτερα όχι μόνο από μένα αλλά και από πολλούς άλλους επίδοξους εραστές που περνιούνταν για παίδαροι, να εκμεταλλευτεί στο έπακρο και να αξιοποιήσει μέχρι και την τελευταία δυνατότητα απόλαυσης που του παρείχε ένας μούναρος επιπέδου Δήμητρας. Μπήκα στο δωμάτιο ερεθισμένος, καυλωμένος και με ανάμεικτα συναισθήματα θαυμασμού για το σώμα της Δήμητρας, που διέθετε σε τόσο αρμονικές αναλογίες τα πιο ποθητά προσόντα, και απογοήτευσης για το άτομό μου. Παράλληλα τότε άρχισα να συνειδητοποιώ με ολοένα και αυξανόμενη σιγουριά το πόσο περισσότερο μετρούσε ο Βασίλης σαν γκόμενος σε σύγκριση με εμένα. Στο μυαλό μου έρχονταν και ξανάρχονταν η εικόνα των μαστών της Δήμητρας που πάλλονταν σαν μάζες σφιχτού ζελέ κάτω από το αλαβάστρινο δέρμα της και σκεφτόμουν πως με τον ίδιο τρόπο θα πάλλονταν και τα κωλομέρια της καθώς ο Βασίλης θα τους έριχνε και κανένα ψιλό χαστουκάκι για να γίνουν ροδαλά ροδαλά ενώ θα την γάμαγε από πίσω κι εκείνη θα βογκούσε από ηδονή και καύλα υποταγμένη και παραδομένη ολοκληρωτικά στον ανδρισμό του. Ολοκληρωτικά, διότι αν μια γυναίκα σου δώσει κώλο τι άλλο μένει να σου δώσει; Όλα σου τα έχει δώσει και την έχεις πάρει με όσους τρόπους μπορεί να πάρει ένας άντρας μια γυναίκα. Τα πρώτα κοριτσίστικα ηδονικά βογκητά είχαν ήδη αρχίσει να ακούγονται από το δωμάτιο μεταφέροντας μια αίσθηση καύλας ανακατεμένης με πόνο. Προφανώς ο Βασίλης είχε αρχίσει την επιχείρηση εκπόρθησης του οχυρού «κώλος της Δήμητρας» κι εγώ μη θέλοντας και μην αντέχοντας να ακούω άλλο έτρεξα και κλειδώθηκα στο μπάνιο για να μαλακιστώ και να περάσω μερικά λεπτά χωρίς να ακούω τις βασανιστικά φιλήδονες κραυγές της μουνάρας του διπλανού δωματίου. Μαλακίστηκα αρκετές φορές φαντασιωνόμενος ότι γαμάω την Δήμητρα σε όλες τις πιθανές στάσεις και με όλους τους δυνατούς τρόπους: ότι την έχω βάλει κάτω ανάσκελα και την γαμάω ενώ τυλίγει τις ποδάρες της γύρω από την μέση μου και με κοιτάζει με ένα βλέμμα γεμάτο προστυχιά, ότι της γαμάω τον κώλο στα 4 δίνοντας φάπες στα σφιχτά καπούλια της, ότι έχω ξαπλάρει ανάσκελα κι εκείνη κάθεται πάνω στον πούτσο μου και γαμιέται μόνη της ενώ οι φούχτες μου γεμίζουν από την σάρκα των στητών της βυζιών, ότι της γαμάω το στόμα καθώς τα αρχίδια μου βαράνε ρυθμικά στο πηγούνι της μέχρι που εκείνη καταπίνει πρόθυμα το καυτό μου σπέρμα ρουφώντας μέχρι και την τελευταία σταγόνα και στραγγίζοντας με την γλώσσα της σχολαστικά την μουλιασμένη από τα σάλια της ψωλή μου. Βέβαια όλα αυτά συνέβαιναν μόνο στην φαντασία μου και η απελπιστική πραγματικότητα ήταν πως το δικό μου σπέρμα θα κατέληγε στον νεροχύτη την ίδια στιγμή που ο Βασίλης θα γέμιζε με το δικό του το έντερό της. Την φανταζόμουν πάλι να σκούζει σαν σκύλα με τον ψώλο του φίλου μου να την σουβλίζει κι αναρωτιόμουν πόσο δίκαιο είχαν όλοι όσοι κατά καιρούς υποστήριξαν ότι στο γαμήσι την περισσότερη απόλαυση την νιώθει η γυναίκα. Εν πάση περιπτώσει έτσι πέρασε και εκείνη η νύχτα, εγώ έμεινα στο μπάνιο κάμποση ώρα και όταν βγήκα δεν ακουγόταν πια τίποτε. Έπεσα και προσπάθησα να κοιμηθώ. Την επόμενη βδομάδα ο Βασίλης περνούσε την ημέρα του περισσότερο στο σπίτι της Δήμητρας παρά στο δικό μας. Η αδερφή της έλειπε σε ένα ταξίδι κι έτσι είπαν να το γλεντήσουν για τα καλά. Ερχόταν μόνο πού και πού και δεν έλεγε και πολλά. Κι εγώ όμως απέφευγα να τον ρωτώ. Σιγά σιγά είχα αρχίσει να το παίρνω απόφαση ότι έτσι ήταν το γραφτό να γίνει και πως δεν είχα καμιά προοπτική με μια τέτοια γκόμενα που ακόμη και στην απίθανη περίπτωση χωρισμού της με τον Βασίλη (ποια γκόμενα θα άφηνε τέτοιον πηδηχταρά;) ο πήχυς των σεξουαλικών της απαιτήσεων θα ήταν πια τόσο ανεβασμένος, ώστε σε καμία περίπτωση να μην έχω και την παραμικρή ελπίδα: ανεβασμένος πήχυς κατεβασμένα πόδια. Μια μέρα όμως χτύπησε το τηλέφωνο κι όταν το σήκωσα ήταν ο Βασίλης. «Έλα ρε μαν, πού είσαι; Στο σπίτι της Δήμητρας;». «Ναι, θα είσαι εκεί το βράδυ;». «Γιατί ρωτάς;». «Θέλω να μιλήσουμε για κάτι». Ταράχτηκα κάπως. «Είναι τίποτε σοβαρώ;Να ανησυχώ;». «Να μην ανησυχείς καθόλου» μου είπε «είναι σοβαρό αλλά όχι με τον τρόπο που εννοείς». «Καλά, εσύ ξέρεις, του λέω. Θα βγω για ένα ποτάκι, αλλά θα γυρίσω νωρίς». «Κατά τι ώρα περίπου;». «Κατά τις 10». «Ωραία, θα τα πούμε στο σπίτι περίπου στις 10», μου είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. Εμένα μου μπήκαν ψύλλοι στα αφτιά. Προσπαθούσα να θυμηθώ αν είχα μιλήσει σε κανέναν για την Δήμητρα, εννοώ πριν την καπαρώσει ο Βασίλης, γιατί μετά εννοείται πως δεν έκανα καν νύξη. Με την παρέα που βγήκα για ποτάκι ήμουν κάπως νευρικός και κοιτούσα συνέχεια το ρολόι. Πρέπει να το είχαν καταλάβει γιατί κι εγώ δεν φρόντισα να κρατήσω καθόλου τα προσχήματα. Όταν η ώρα πλησίαζε δέκα ψέλλισα μια δικαιολογία που τώρα δεν μπορώ να θυμηθώ και σηκώθηκα με την υπόσχεση ότι στην επόμενη συνάντησή μας θα είχα περισσότερο κέφι. Το σπίτι βρισκόταν σε απόσταση δέκα λεπτών με τα πόδια και δεν άργησα να φτάσω. Ομολογώ πως ξαφνιάστηκα καθώς, μπαίνοντας μέσα, είδα τον Βασίλη να έχει ήδη φτάσει και να κάθεται στον καναπέ του «σαλονιού» (έτσι λέγαμε το υπόλοιπο σπίτι εκτός από τα δωμάτια και την κουζίνα, δηλαδή την σάλα με τον καναπέ και την τηλεόραση), με έκδηλη την νευρικότητα στις κινήσεις και στο πρόσωπό του. Παραξενεύτηκα γιατί αντί να φοράει τις πυτζάμες καθόταν εκεί ντυμένος στην τρίχα: κολλητό μπλουζάκι που αναδείκνυε το γυμνασμένο του στήθος, το μπλε ξεθωριασμένο τζην του και τα άσπρα αθλητικά του παπούτσια. Μόλις με είδε μου έκανε νόημα να καθίσω. «Λοιπόν;» τον ρώτησα, «τι είναι αυτό που θέλεις να μου πεις;». Η νευρικότητά του ήταν κάτι παραπάνω από έκδηλη. Ευτυχώς ο Βασίλης δεν ήταν καπνιστής, διαφορετικά δεν ξέρω κι εγώ πόσα τσιγάρα θα ήταν σβησμένα μέσα σ’ εκείνο το διακοσμητικό τασάκι που στόλιζε το τραπέζι και πόσο ντουμάνι θα θόλωνε τον αέρα του δωματίου. Με μια κίνηση του χεριού του έκλεισε την τηλεόραση από το τηλεκοντρόλ και γύρισε προς το μέρος μου. «Είσαι καλά;» με ρώτησε. «Μια χαρά» απάντησα κάπως έκπληκτος από την απρόσμενη ερώτηση «εσύ;». «Όχι και τόσο», μου απάντησε. «Γιατί;» θέλησα να μάθω. «Να», μου λέει, «είμαι ερωτευμένος». «Και το βρίσκεις κακό αυτό;» του είπα σε έντονο ύφος. «Νομίζω ότι τα πας περίφημα με την Δήμητρα». Έκανε ένα μορφασμό απροσδιορίστου σημασίας που κατέληξε σε μια αμφίσημη χειρονομία. «Τι θες να πεις;» τον ξαναρώτησα προσπαθώντας να καταλάβω. «Θέλω να πω» μου αποκρίθηκε «ότι το πρόσωπο με το οποίο είμαι ερωτευμένος δεν είναι η Δήμητρα». «Δεν είναι η Δήμητρα;» φώναξα γεμάτος απορία και έκπληξη. «Μα δεν καταλαβαίνω!». «Είναι απλό» είπε ξαναπαίρνοντας τον λόγο «είμαι τρελός για ένα άλλο πρόσωπο που πίστευα πως θα καταφέρω να ξεπεράσω αν τα έφτιαχνα με την Δήμητρα, αλλά μετά από τόσο καιρό δεν έχω καταφέρει τίποτε, εξακολουθώ να είμαι κολλημένος με εκείνο το άλλο πρόσωπο». Έριξε όλο το βάρος του στην πλάτη του καναπέ σαν να είχε ξαλαφρώσει κάπως με αυτήν την εξομολόγηση. Εγώ ένιωθα διπλά κεραυνοβολημένος. Πρώτα γιατί έβλεπα ν’ανοίγεται ξαφνικά μπροστά μου ορθάνοιχτος ο δρόμος για την Δήμητρα. Και δεύτερον γιατί μου φαινόταν εντελώς εκτός πραγματικότητας το γεγονός ότι μια γκόμενα της κλάσεως της Δήμητρας θα μπορούσε ποτέ να διαδραματίσει τον ρόλο της ρεζέρβας. Πάντως δεν μου φαινόταν ως η καταλληλότερη στιγμή να μιλήσω στον Βασίλη για τον δικό μου έρωτα προς την Δήμητρα. «Και το άλλο πρόσωπο ξέρει;» ρώτησα τον Βασίλη. Έγνεψε αρνητικά. «Μα γιατί δεν κάνεις κάτι; Γιατί δεν του μιλάς;» επέμεινα. «Δεν είναι και τόσο απλό» είπε ξεφυσώντας. «Όμως αν δεν το κάνεις τώρα εσύ, αν εσύ δεν μιλήσεις» συνέχισα «θα βρεθεί κάποιος άλλος να το κάνει και τότε ίσως να είναι αργά». «Άκου» μου κάνει, «θα μιλήσω». «Ωραία» του λέω. «Θα ήθελα πολύ να βοηθήσω, αν γίνεται. Καταρχάς ποιο είναι αυτό το άλλο πρόσωπο; Μπορώ να μάθω;». Έτριψε το πρόσωπό του με τα χέρια του λες και πλενόταν με κάποιο αόρατο νερό. «Είναι» άρχισε να λέει κομπιάζοντας «ένα πρόσωπο που μονοπωλεί τις ερωτικές φαντασιώσεις μου. Κάθε στιγμή, κάθε ώρα, ακόμη κι όταν πηδάω την Δήμητρα ή την γλείφω ή της δίνω τσιμπούκι ή την χύνω μόνο κείνο το άλλο πρόσωπο έχω συνέχεια στο μυαλό μου και μόνο σε εκείνο το άλλο πρόσωπο φαντάζομαι ότι τα κάνω όλα αυτά. Είναι τρομερό!». Ήταν σε υπερένταση. «Χαλάρωσε» του λέω «θες να μου πεις για ποια μιλάμε;». Έβγαλε ακόμη έναν αναστεναγμό, δυνατότερο αυτήν την φορά και πλησίασε ακόμη περισσότερο προς το μέρος μου σαν να για να μην ακούσουν, κι εγώ δεν ξέρω ποιοι, αυτό που θα μου έλεγε και γω έσκυψα επίσης προς το μέρος του. «Θα σου πω» μου είπε «αλλά υποσχέσου μου ότι θα κρατήσεις την ψυχραιμία σου». «Εντάξει, σου το υπόσχομαι». Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Εσένα θέλω» μου ψιθύρισε τελικά. Στο άκουσμα αυτών των λέξεων με χτύπησε κεραυνός. Τραβήχτηκα απότομα προς τα πίσω σοκαρισμένος και μόλις και μετά βίας κατάφερα να κρύψω ένα επιφώνημα αποτροπιασμού. «Τι εννοείς;» κατάφερα να ψελλίσω τραυλίζοντας. «Αυτό που είπα, σε θέλω κολασμένα. Τα έφτιαξα με την Δήμητρα για να σβήσω αυτόν τον παράλογο πόθο μου, μα δεν κατάφερα τίποτε. Σε σκέφτομαι συνέχεια. Ακόμη κι όταν έκανα έρωτα στην Δήμητρα σκεφτόμουν εσένα. Είναι μαρτύριο. Να σε έχω τόσο κοντά μου και να μη μπορώ να σε αγγίξω». «Βασίλη, από πότε το νιώθεις αυτό;» ρώτησα προσπαθώντας να διατηρήσω την ψυχραιμία μου, κάτι που είχα υποσχεθεί. «Θα είναι κανένας χρόνος. Θυμάσαι στην πενθήμερη εκδρομή με το σχολείο, που ήμασταν στο ίδιο δωμάτιο και κάποια στιγμή βγήκες από το μπάνιο φορώντας μόνο το μποξεράκι σου; Νομίζω από τότε. Από κείνη την ώρα λαχταρώ όσο τίποτε να σφίξω στην αγκαλιά μου το κορμί σου και να σβήσω πάνω του τους πόθους μου» Δεν ήξερα τι να πω. Βρισκόμουν σε πάρα πολύ δύσκολη θέση. Και τελικά είπα αυτό ακριβώς: «Βασίλη, όπως καταλαβαίνεις βρίσκομαι σε πολύ δύσκολη θέση». «Το ξέρω ρε φίλε, νομίζεις για μένα είναι εύκολο; Ξέρεις πόσο καιρό έκανα για να αποδεχθώ μέσα μου αυτό το γεγονός;». «Δηλαδή τώρα σοβαρά με γουστάρεις;» τον ρώτησα. «Όσο τίποτε» βόγκηξε περισσότερο, παρά μίλησε. «Όσο δεν πόθησα ποτέ καμία γκόμενα». «Όμως εγώ», πήρα πάλι τον λόγο «δεν είμαι γκόμενα, δεν είμαι θηλυπρεπής, δεν είμαι καν γκέι». «Ούτε εγώ είμαι» είπε. «Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα ποθήσω τόσο πολύ και τόσο κολασμένα και τόσο απελπισμένα μια αρσενική γκόμενα». «Μα δεν είμαι γκόμενα!» ξανάπα ενοχλημένος. «Εγώ όμως έτσι σε βλέπω και δεν μπορώ πια να σε δω αλλιώς. Σαν γκόμενα. Αρσενική βέβαια. Δεν εννοώ ότι είσαι θηλυπρεπής, εννοώ ότι θέλω να σου κάνω ό,τι κάνει ένα αγόρι στο κορίτσι του. Όπως ένας άντρας υποτάσσει σεξουαλικά το θηλυκό έτσι θέλω κι εγώ να δαμάσω εσένα. Σεξουαλικά θέλω να πω, φυσικά και δεν εννοώ ότι είσαι κουνιστός. Και αυτή η ιδέα με καυλώνει πιο πολύ από οποιαδήποτε φαντασίωση με γκόμενα θηλυκιά. Η θηλυκιά το έχει στην φύση της να υποτάσσεται σεξουαλικά, να παραδίδεται στον γαμιά της, να έχει ρόλο παθητικό. Όμως το να υποτάξω μια αρσενική γκόμενα και να γίνω ο γαμιάς της, να γίνω δηλαδή ο γαμιάς κάποιου που από την φύση του είναι προορισμένος για να είναι και ο ίδιος γαμιάς, αυτό με ερεθίζει σε βαθμό απίστευτο, με κάνει να αισθάνομαι δύο φορές γαμιάς, δύο φορές αρσενικός» . Δεν πίστευα στα αυτιά μου, δεν πίστευα, ούτε καν φανταζόμουν ότι θα μπορούσα ποτέ να εμπλακώ σε μια τέτοιου είδους συζήτηση και μάλιστα με συνομιλητή τον καλύτερό μου φίλο να μου λέει πόσο πολύ γκόμενα είμαι. « Φυσικά» συνέχισε εκείνος «δεν σε βλέπω μόνο σαν ένα κομμάτι κρέας, δεν με ενδιαφέρει μόνο το μουνί σου» , «Βασίλη, τι λές; δεν έχω μουνί!» τον διέκοψα αμέσως μα εκείνος μου έκανε νόημα με το χέρι να μη τον διακόπτω και μου εξήγησε: «εννοείται ρε φίλε ότι δεν έχεις μουνί, λες να μη το ξέρω, για τον κώλο σου μιλάω, αλλά με ερεθίζει πολύ να τον λέω έτσι, αφού εσένα σε σκέφτομαι σαν γκόμενα λογικό είναι να σκέφτομαι και τον κώλο σου σαν αντρικό μουνί. Να σε πηδήξω θέλω, τι λες να με ενδιαφέρει, ο πούτσος σου και τα αρχίδια σου;». « ΟΚ, καταλαβαίνω πώς το βλέπεις» του έκανα εγώ κι εκείνος συνέχισε: «μου αρέσεις γενικά ως άνθρωπος, είμαι ερωτευμένος μαζί σου και θέλω να σου κάνω ό,τι κάνει ένας άντρας στην κοπέλλα του». «Βασίλη, εγώ δεν είμαι κοπέλλα». «Είσαι αρρενωπός, το ξέρω. Σου είπα ότι αυτό με ερεθίζει διπλά. Να σε βάλω κάτω και να σε κάνω κοπέλλα μου στο σεξ δεν σημαίνει ότι είσαι κοπέλλα σαν άνθρωπος, άντρας είσαι φυσικά και άντρας θα παραμείνεις. Μόνο στο κρεβάτι θα είσαι η κοπέλλα μου». «Βασίλη, ακούς τι λές; Είναι δυνατόν να με ευχαριστεί στο κρεβάτι αυτό που ευχαριστεί μια κοπέλλα;». «Γιατί όχι; Με όσες κοπέλες είχα σχέση όποτε τις γαμούσα για πρώτη φορά από την κωλοτρυπίδα, μου το ζητούσαν μετά συνέχεια. Ειδικά η Δήμητρα, θυμάσαι που σου έλεγα ότι θα την γαμήσω από τον κώλο; Πριν τον φάει από πίσω μου έκανε την δύσκολη, στο τέλος την κατάφερα να δοκιμάσει. Σε πληροφορώ ότι μετά ή ίδια άφησε το μουνί της σε δεύτερη μοίρα και κάθε φορά που το κάναμε μου ζητούσε να της το βάζω από πίσω. Αν λοιπόν αυτό αρέσει τόσο πολύ στις γυναίκες γιατί να μην αρέσει και στους άντρες; Ο πρωκτός είναι ίδιος και για τα δύο φύλα». Ομολογώ ότι μπροστά σ’ένα τόσο αφοπλιστικό επιχείρημα προς στιγμήν πίστεψα ότι δεν θα μπορούσα να απαντήσω τίποτε, γρήγορα όμως σκέφτηκα μια ακόμη αφοπλιστικότερη απάντηση: «Άρα θα σου αρέσει κι εσένα να τον πάρεις από πίσω;». Ο Βασίλης γέλασε αμέσως γέρνοντας το πρόσωπο προς τα πίσω. «Καλή η προσπάθεια φιλάρα» είπε «αλλά νομίζω πως είναι κάτι παραπάνω από εμφανές και στον πλέον αδαή ποιος από τους δυό μας θα είχε τον ρόλο του μπήχτη σε μια ενδεχόμενη μεταξύ μας σχέση». Δεν είχε άδικο. Εκείνος γεροδεμένος, αθλητικός, με την αυτοπεποίθηση του έμπειρου και τον αέρα της άνεσης που εξέπεμπε κι εγώ σαφώς πιο μικροκαμωμένος και με όχι τόσο πολυθρύλητες επιδόσεις στον σεξουαλικό τομέα, σαφώς και θα δίναμε αμέσως την εντύπωση που ο Βασίλης υπονοούσε. «Το ξέρω ότι έχεις φρικάρει άγρια» άρχισε να μου λέει «αλλά αν μου δείξεις λίγη εμπιστοσύνη θα σου αποδείξω ότι μπορούμε να περάσουμε καλά μαζί. Μπορούμε να γίνουμε και οι δύο πολλοί ευτυχισμένοι». «Δηλαδή ρε Βασίλη τώρα τι θες να κάνω εγώ; Τι εννοείς να σε εμπιστευτώ;». «Να» μου λέει «έλα πιο κοντά μου και θα δεις. Άσε με να σε χαϊδέψω λίγο στην αρχή και οποιαδήποτε στιγμή και σε όποιο σημείο θέλεις σταματάμε αμέσως». Και χωρίς να περιμένει απάντηση μετακινήθηκε πιο κοντά μου στον καναπέ, άπλωσε το χέρι του κι άρχισε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Χαμογέλασε και μου είπε συνεχίζοντας νε με χαϊδεύει: «Βλέπεις; Δεν είναι τίποτε τρομερό! Ξέρω να γίνομαι τρυφερός όταν πρέπει». Με το άλλο του χέρι άρχισε να χαϊδεύει τα μάγουλά μου. «Μου αρέσει πολύ το δέρμα σου» ψιθύρισε. Κι ύστερα με ρώτησε: «να σου δώσω ένα φιλάκι;». «Στο μάγουλο;» τον ρώτησα εγώ. «Ε όχι και στο μάγουλο! Αν σε φιλήσω στο μάγουλο θα με περάσουν γι’αδερφή!» είπε. Γέλασα. «Μπράβο!» μου είπε γλυκά «χαίρομαι που γελάς! Σημαίνει ότι σιγά σιγά έχεις αρχίσει να αποδέχεσαι την ιδέα!». Έσκυψε μπροστά μου κι ακούμπησε τα χείλη του στα χείλη μου. Ξαφνικά η γλώσσα του διείσδυσε βίαια και ορμητικά μέσα στο στόμα μου, γλίστρησε πάνω στην υγρή επιφάνεια της δικής μου γλώσσας και εξερεύνησε με βουλιμία κάθε χιλιοστό της ενώ την ίδια στιγμή τα χέρια του είχαν αγκαλιάσει το κεφάλι μου και το κρατούσαν σταθερό πιέζοντάς το προς το δικό του μ’ένα τρόπο που έδειχνε ξεκάθαρα τις προθέσεις του Βασίλη στο ζήτημα του ποιος θα είχε από δω και πέρα το πάνω χέρι. Άρχισε να ρουφάει μέσα από το στόμα μου λες και ήθελε με αυτόν τον τρόπο να αδειάσει την ψυχή μου μέσα μου. Όταν τελικά με άφησε σκουπίσαμε κι οι δυό τα σάλια και μου είπε: «έχεις φιλήσει ποτέ γκόμενα έτσι;». «Όχι» είπα. «Γι’ αυτό και δεν μπορείς να τις ρίξεις εύκολα» μου απάντησε. «Ενώ εγώ» συνέχισε ψιθυρίζοντας «με ένα τέτοιο φιλί τις ρίχνω κατευθείαν όπως και μόλις τώρα έριξα την πιο ωραία γκόμενα που είχα ποτέ. Έτσι δεν είναι μωρό;». Έγνεψα ντροπαλά καταφατικά. «Άχου το άχου το μου ντρέπεται!» είπε κι άρχισε πάλι να μου χαϊδεύει τα μάγουλα. «Και τώρα τι θα γίνει ρε Βασίλη;» του λέω. «Της πουτάνας! Και μάντεψε ποια θα είναι η πουτάνα!». Γελάσαμε. «Λοιπόν» μου κάνει «καλύτερα να συνεχίσουμε στο δωμάτιό σου». «Και γιατί στο δικό μου παρακαλώ;» έσπευσα να διαμαρτυρηθώ. «Χε χε» μου λέει ο Βασίλης με πρόστυχο βλέμμα «στο δικό σου θα είναι πιο καύλα, θέλω να σε φυστικώσω στην έδρα σου, να μου παραδοθείς εκεί, να σε αλώσω ολοκληρωτικά! Έλα τώρα που σε πιάσαν οι ντροπές, αφού το θες κι εσύ, θα το χαρείς, θα δεις! Θα το γλεντήσουμε καλά!». Με έπιασε από το χέρι κι έτσι χεράκι χεράκι με έσυρε στο δωμάτιό μου. Όταν μπήκαμε μέσα αντίκρυσα ένα θέαμα ολωσδιόλου απρόσμενο. Πάνω στο περβάζι του παραθύρου που υπήρχε στον τοίχο που ακουμπούσε το κρεβάτι είχαν τοποθετηθεί προσεκτικά μέσα σε ένα μεταλλικό κηροπήγιο κόκκινα αρωματικά κεριά που έκαιγαν ρομαντικά και η φλόγα τους φώτιζε το σκοτεινό δωμάτιο αναδίδοντας ένα υπέροχο άρωμα. Σε όλο το πάτωμα, στα σημεία που οι τοίχοι ενώνονταν με το δάπεδο, εκτός από εκείνα που κάλυπτε το κρεβάτι, είχαν τοποθετηθεί μικρά αρωματικά ρεσώ που με τις φλογίτσες τους και το άρωμά τους ενίσχυαν την ατμόσφαιρα των πέντε κόκκινων κεριών του κηροπηγίου. Ένα βάζο γεμάτο κόκκινα τριαντάφυλλα στόλιζε το κομοδίνο μου και το σεντόνι του κρεβατιού μου είχε καλυφθεί από μια λεπτή στρώση ροδοπέταλα. «Βασίλη!» έκανα μόλις συνήλθα, «τι είναι αυτά;». «Έλα τώρα που δεν σου αρέσουν» μου είπε με υφάκι «θέλω να σε κάνω να αισθάνεσαι ότι είμαστε στην ερωτική μας φωλίτσα, θέλω να σου δείξω πόσο ερωτευμένος είμαι μαζί σου και τέλος θέλω να σου δείξω ότι επιθυμώ να σε κάνω πριγκίπισσά μου». Άκου πριγκίπισσά του! (Με μια δόση φόβου ανακάλυπτα ότι αυτό το τελευταίο δεν με είχε πειράξει, το αντίθετο μάλιστα, με έκανε να αισθάνομαι κάπως κολακευμένος). «Κι αν δεν δεχόμουν τι θα γινόταν μόλις έβλεπα αυτά εδώ στο δωμάτιό μου;». «Γι’αυτό δεν θα ρίξεις ποτέ καμιά γκόμενα της προκοπής, γιατί πάντα σκέφτεσαι με ηττοπάθεια» είπε κι έκοψε την συζήτηση. Ωστόσο ήταν όντως πολύ ρομαντικά μέσα στο ημίφως, τις τρεμάμενες φλόγες, τα ροδοπέταλα και το άρωμα. Καθίσαμε πλάι κολλητά ο ένας στον άλλον στο ημίδιπλο κρεββάτι μου. «Ελπίζω να αντέξει» είπε ο Βασίλης, «γιατί γαμάω λίγο άγρια». «Για τον κώλο μου λες ή για το κρεβάτι;» είπα εγώ και γελάσαμε πάλι. «Έτσι σε θέλω ρε μάγκα» μου λέει ο Βασίλης, ακομπλεξάριστο. Την άλλη φορά μη πεις «ο κώλος μου», πες «το μουνί μου», να δεις που θα καυλώσουμε και οι δύο! Έλα τώρα εδώ να σε φιλήσω». «Βασίλη», τού λέω, «δεν ξέρω αν πρέπει να δεχθώ». «Γιατί;», μου απαντά εκείνος, «δεν σου αρέσω ως άνδρας;». «Κάθε άλλο», αποκρίθηκα, «είσαι πολύ ωραίος άντρας». Και πράγματι ήταν. «Τότε;», ξαναπήρε τον λόγο εκείνος, «αφού σου αρέσω ως γκόμενος κι εσύ μου αρέσεις σαν γκόμενα πού είναι το πρόβλημα; Γιατί κολλάς ενώ ξέρεις ότι μπορούμε να περάσουμε πολύ μα πολύ όμορφα; Άσε με να γίνω ο πρίγκιπας σου! Δεν σου άρεσε το φιλί που σου έδωσα;». Άρχισε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά. «Είμαι στ’αλήθεια ερωτευμένος μαζί σου, χαζούλη», συνέχισε να μου λέει, «δεν έχεις να φοβάσαι τίποτε. Δείξε μου λίγη εμπιστοσύνη. Έλα, άσε με να σου βγάλω την μπλούζα». Σήκωσα τα χέρια μου ψηλά κι εκείνος με μια γρήγορη κίνηση μου έβγαλε την μπλούζα. Έπειτα με μια δεύτερη ολόιδια κίνηση έβγαλε και το φανελλάκι που φορούσα από μέσα. «Έλα να σε αγκαλιάσω» μου ψιθύρισε τρυφερά και πριν καλά καλά το καταλάβω άπλωσε τις χερούκλες του με βουλιμία και με φυλάκισε μέσα στις μπρατσάρες του που εξείχαν από τα κοντά μανίκια της κολλητής του μπλούζας. Το λεπτό ύφασμα της ήταν η μόνη επιφάνεια που χώριζε τα στήθη μας, κι έτσι καθώς το δικό μου τριβόταν πάνω στο λεπτό συνθετικό μάντευε από κάτω τους δυνατούς μυς που διαγράφονταν. Στο μεταξύ ο Βασίλης δεν είχε σταματήσει να μου δίνει ρουφηχτά φιλιά διακόπτοντάς τα πότε πότε για να δοκιμάσει μερικές μικρές δαγκωματιές στα χείλη μου. Ένιωθα την βαριά του ανάσα, αλλά όπως και να ‘χει το στόμα μου ήταν πολύ απασχολημένο για να μπορέσω να πω οτιδήποτε. Όταν όμως η γλώσσα του γλίστρησε στο λαιμό του δεν κατάφερα να εμποδίσω ένα μικρό βογκητό που δραπέτευσε προδοτικά από τα χείλη μου. Στο άκουσμα του ο Βασίλης σήκωσε για ένα δευτερόλεπτο το βλέμμα του, με κοίταξε κατάματα χαμογελώντας όλο υπονοούμενα και κλείνοντάς μου το μάτι ξαναβούτηξε πάνω μου (και οι δυο μας παραμέναμε καθιστοί) κατρακυλώντας προς τις ρώγες μου που ήδη είχαν πετρώσει. Άρχισε να πιπιλίζει την μία, ενώ με το χέρι του χάιδευε την άλλη. Μια γλυκιά ανατριχίλα διαπέρασε σαν ηλεκτρικό ρεύμα το κορμί μου όσο η γλώσσα του νότιζε τις θηλές μου, πότε την μία πότε την άλλη και πότε το στήθος μου όλο αφήνοντας πίσω της μια υγρή διαδρομή που ένωνε τις δύο ρώγες. Αυτό κράτησε μερικά λεπτά κι εγώ δεν έλεγα τίποτε, μόνο άφηνα πού και πού μερικούς αναστεναγμούς και κάποια υπόκωφα βογγητά. Έτσι όπως είχε πέσει πάνω μου τα μπούτια μου ακουμπούσαν τα δικά του και μεταξύ τους μεσολαβούσαν μόνο τα τζην μας, αλλά αυτή η τριβή με ερέθιζε. Κάποια στιγμή μπόρεσα να παρατηρήσω ένα διόλου ευκαταφρόνητου μεγέθους φούσκωμα στο μπροστινό μέρος του τζην του, στο σημείο που ενώνονται τα σκέλη. Όταν χόρτασε να δίνει φιλιά και γλειψίματα στις ρώγες μου ξανασήκωσε το βλέμμα του, γεμάτο λάγνα πονηριά (είχε καταλάβει τι ήταν αυτό που έβλεπα) και μου είπε: «Βλέπω ότι ανυπομονείς». «Μπα» απάντησα εγώ κι έδειξα το φούσκωμα, «μάλλον αυτός ανυπομονεί». Ο Βασίλης γέλασε κι ύστερα με ξανάσφιξε στην αγκαλιά του κι άρχισε να με φιλά στα μάγουλα και στον λαιμό. «Είναι να μην ανυπομονεί με τέτοια γκομενάρα που έχει να αντιμετωπίσει απόψε;» είπε. «Θέλω να τα πάτε καλά εσείς οι δυο, να γνωριστείτε και να γίνετε καλοί φίλοι». Ήταν σειρά μου να γελάσω. Αν και ήμουν ακόμη σφιγμένος κάτι τέτοια στιγμιότυπα με βοηθούσαν να ξεπεράσω γρηγορότερα το άγχος μου. «Λοιπόν» είπε ο Βασίλης «ας γδυθούμε για να ξεκινήσουμε σιγά σιγά» κι αμέσως έβγαλε το μπλουζάκι του. Θαύμασα το καλογυμνασμένο του στήθος κι άρχισα να νιώθω πραγματικά κολακευμένος που ένα τόσο όμορφο αγόρι και με τόσες γκόμενες να κόβουν φλέβα για πάρτη του είχε καψουρευτεί εμένα. Μέχρι τότε προσπαθούσα να σκεφτώ κάποιο τρόπο για να αποσπάσω την Δήμητρα από την αγκαλιά του Βασίλη και να την κάνω δική μου. Να που όμως τώρα μου δινόταν μια μοναδική ευκαιρία να εκδικηθώ όχι τον Βασίλη μα την ίδια την Δήμητρα που τα είχε φτιάξει με εκείνον: θα της έτρωγα τον γκόμενο σαν αντεράστρια! «Μισό λεπτό να βγάλω τα παπούτσια» είπε ο Βασίλης κι έσκυψε να λύσει τα κορδόνια από τα αθλητικά που φορούσε. Όταν τέλειωσε έβγαλε και τις κάλτσες και ξεκίνησε να λύνει την ζώνη του, αλλά σαν με είδε να αδρανώ σταμάτησε και με ρώτησε: «Ε τι θα γίνει ρε; Μόνο εγώ θα τσιτσιδωθώ; Ντυμένο θα σε…; Δεν πιστεύω να ντρέπεσαι εμένα, το αγόρι σου! Είμαστε ζευγάρι τώρα, το ξέχασες; Κάτσε να βγάλω το τζην και θα έρθω μετά να σε ξεντύσω εγώ!». Πράγματι, έβγαλε το τζην του και φανέρωσε δυο όμορφα, γερά σαν ρωμαϊκές κολώνες, πόδια με διακριτική τριχοφυΐα. Το φούσκωμα φαινόταν ακόμη πιο μεγάλο και απειλητικό κάτω από το μποξεράκι, το οποίο ήταν κολλητό και άφηνε να διαγράφονται οι όρχεις του που έμοιαζαν εξ ίσου ευμεγέθεις. Στεκόταν όρθιος απέναντί μου σε μια απόσταση περίπου ενός μέτρου και μου έκανε νόημα να πλησιάσω. Βάδισα προς το μέρος του και με μια σπρωξιά ελεγχόμενης ορμής με έριξε στο κρεβάτι, όχι έτσι ώστε να ξαπλώσω αλλά έτσι ώστε να είμαι καθιστός. «Λοιπόν δεσποινίς Σταχτοπούτα», είπε κι έσκυψε μπροστά μου, «ας ξεκινήσουμε από τα παπούτσια». Έλυσε τα κορδόνια κι έβγαλε τα σταράκια μου και τις κάλτσες μου. Έδωσε ως τζέντλεμαν ένα πεταχτό φιλάκι στο πέλμα μου και μετά με σήκωσε όρθιο, μου έλυσε την ζώνη του τζην και το άφησε να πέσει στα πόδια μου. Τώρα ήμασταν και οι δύο με τα μποξεράκια. «Θα αισθανόμουν πιο άνετα αν το έβγαζες εσύ πρώτος» είπα στον Βασίλη. «Ξέρεις όμως τι σημαίνει αυτό!» μου απάντησε. Όχι, δεν ήξερα. «Τι;». «Έλα τώρα που δεν ξέρεις! Αν ξεβρακωθώ θέλω οπωσδήποτε πίπα!». «Κι αν ξεβρακωθώ πρώτος εγώ;». «Θα μου πάρεις πίπα μετά, όταν ξεβρακωθώ κι εγώ». «Δηλαδή δεν το γλυτώνω το τσιμπούκι με τίποτε ε;». «Αστειεύεσαι; Τόσο καιρό περίμενα αυτήν την στιγμή και τώρα θα πηδήξω την γκόμενα των ονείρων μου χωρίς να της δώσω πίπα;». «Δεν έχω πάρει ποτέ Βασίλη φοβάμαι μη τα κάνω θάλασσα». «Μη λες μαλακίες, είναι κάτι τόσο απλό που το κάνει μέχρι και η τελευταία χαζογκόμενα! Αχ έχεις και κάτι τσιμπουκόχειλα, με τρελαίνεις! Συνήθως μου αρέσει να είμαι ξαπλωμένος και να με τσιμπουκώνουν, αλλά επειδή είναι η πρώτη σου φορά και θα χρειαστείς κάποια καθοδήγηση θα σταθώ όρθιος κι εσύ θα πέσεις στα γόνατα για να έχω και καλύτερη οπτική. Εντάξει;». «Εντάξει» απάντησα. Με μια αποφασιστική κίνηση γεμάτη αυτοπεποίθηση (που πρόσθετε πολύ στο σεξ αππήλ του) ο Βασίλης κατέβασε το μποξεράκι του, το έβγαλε και το πέταξε σε μια γωνιά. Το θέαμα που αντίκρυσα μου έκοψε την ανάσα. Το πέος του, όρθιο, ντούρο, σκληρό και πραγματικά μεγάλο (ξεπερνούσε το ύψος του αφαλού ) τραντάχτηκε από το βγάλσιμο του εσωρούχου, δονήθηκε παλμικά πάνω κάτω μερικές φορές κι ύστερα σταθεροποιήθηκε στην περήφανη θέση του σαν σημαία σε έπαρση αποκαλύπτοντας δύο υπέροχα κρεμαστούς όρχεις στο μέγεθος μεγάλων καρυδιών ή καστάνων. Τα όργανά του ήταν ξυρισμένα φίνα, μόνο μια μικρή και στενή λουριδίτσα, σαν φουντίτσα, από κοντές μελαχροινές τρίχες στην βάση του πέους, περιποιημένη, τόνιζε την αρρενωπότητά του. Ο φίλος μου ήταν πραγματικά προικισμένος. Του το είπα: «Βασίλη έχεις πραγματικά πολύ μεγάλα προσόντα». «Χαζούλη», μου αποκρίθηκε, «για σένα τα έχω. Δικά σου είναι! Τώρα που είμαστε ζευγάρι σου ανήκουν, εγώ απλώς τα κουβαλάω». «Και το λες αυτό για να μου δώσεις θάρρος; Δεν θα μπει όλο αυτό το παλούκι στο δικό σου κωλοτρυπίδι!». Γέλασε και μου είπε: «Χαλάρωσε! Σου υπόσχομαι ότι αυτή η πρώτη μας νύχτα μας θα είναι μαγική!». Με πλησίασε και χωρίς να με αγκαλιάσει έσκυψε προς το μέρος μου και μου έδωσε πάλι ένα ρουφηχτό φιλί στο στόμα. «Λοιπόν», ψιθύρισε, «ας δούμε τι άλλο μπορεί να κάνει το υπέροχο στοματάκι σου» και πιάνοντάς με από τους δύο ώμους με έσπρωξε κάτω έτσι ώστε να γονατίσω και να βρεθώ τετ α τετ με το εξκάλιμπερ που είχε για αναπαραγωγικό όργανο. Από την ολοκληρωτική στύση η ακροβυστία είχε αποσυρθεί προς τα κάτω και η βάλανος φαινόταν ολόκληρη και κατακόκκινη από τον ερεθισμό, ακριβώς σαν μια μεγάλη φράουλα χωρίς τα σπόρια, σε απόσταση δύο ή τριών εκατοστών από το στόμα μου. Είχα μπροστά μου χωρίς καμιά αμφιβολία έναν ένστυτο καλλονό, την ίδια την ενσάρκωση της αρσενικής λίμπιντο, ενώ το σκληρό σαν σίδερο φαλλικό ματσούκι που πεταγόταν ολόρθο με χαρακτηριστική αναίδεια μπροστά μου, έτσι γονατιστός καθώς ήμουν, έμοιαζε με ιερό πρωτόγονο τοτέμ που του οφείλονταν σεβασμός και λατρεία. «Πρόσεχε να μη βάλεις δόντια» με συμβούλεψε ο Βασίλης και πιάνοντας με τα δυό του χέρια το κεφάλι μου το έσπρωξε προς το μέρος του πέους ωθώντας παράλληλα κι εκείνο με μια κίνηση των γοφών του μέσα στο στόμα μου. Έβαλε μέσα στο στόμα μου μόνο το κεφαλάκι και μου είπε να το σταθεροποιήσω κρατώντας το υπόλοιπο στέλεχος από την βάση. Υπάκουσα. Η πρώτη αίσθηση ήταν περισσότερο θετική από όσο πίστευα. Ούτε σιχάθηκα ούτε αναγούλιασα, αντιθέτως η γεύση του πέους που ήταν καθαρό και πλυμένο μου ήταν ευχάριστη και η σκέψη πως γινόμουν ένα εργαλείο ηδονής του γκόμενού μου (αυτό πλέον το είχα αποδεχθεί) άρχισε να με ερεθίζει κι ένιωθα πια κάτω από το μποξεράκι την σκλήρυνση και του δικού μου πέους, που βέβαια μόνο γι’ αστείο θα μπορούσε να συγκριθεί με αυτό του Βασίλη. Άρχισα να πιπιλάω, να ρουφώ, να θηλάζω και να τυλίγω με την γλώσσα μου το κεφαλάκι του πέους του, κάτι που ένιωσα ότι τον ευχαριστούσε γιατί στ’αυτιά μου έφτασαν δυο τρία βογκητά αναμφίβολης ηδονής και αισθάνθηκα στα χέρια του με τα οποία κρατούσε το κεφάλι μου ένα μικρό τρέμουλο. «Τα πας πολύ καλά μωρό μου» τραύλισε, «πολύ καλύτερα από ό,τι θα περίμενα από μία πρωτάρα». Η αλήθεια είναι ότι απλώς έκανα ό,τι θα ήθελα να κάνει σε μένα μια γκόμενα. Με την γλώσσα μου επέμενα κυρίως στο σημείο του χαλινού, εκείνο που συνδέει την ακροβυστία (πετσάκι) με την βάλανο (κεφαλάκι). «Τώρα θα σου δίνω τον ρυθμό με τα χέρια μου» είπε κι άρχισε μια να σπρώχνει και μια να τραβά το κεφάλι μου έτσι που το πέος να μπαίνει σχεδόν το μισό μέσα στο στόμα μου και να βγαίνει πάλι. Εννοείται ότι δεν το κρατούσα πια με το χέρι μου. Οι όρχεις του κουνιόντουσαν αιρούμενοι πέρα δώθε κι άρχισαν να χτυπούν το σαγόνι μου. Ουσιαστικά μου γαμούσε το στόμα. «Μανάρι μου εσύ!» άρχισε να λέει ανάμεσα στα βογκητά του, «με λίγη εκπαίδευση θα γίνεις και η πρώτη τσιμπουκλού! Θα το παίρνεις και όλο μέσα! Και είσαι δικιά μου, ολοδικιά μου! Μόνο δικιά μου!». Σήκωσα τα χέρια μου κι ενστικτωδώς προσγείωσα τις παλάμες μου πάνω στους γλουτούς του. Η αίσθηση της σφιχτής και μυώδους σάρκας τους που αντιστέκονταν στην πίεση που τους ασκούσα με συγκλόνιζε και πλέον άρχισε μέσα μου να αναδύεται μια πλευρά μου πιο θηλυκή –οι σε θηλυκό γένος προσφωνήσεις του Βασίλη δεν με ενοχλούσαν πια και το γεγονός ότι μου φερόταν σαν κυρίαρχος που με υπέτασσε όχι μόνο δεν με δυσαρεστούσε αλλά με ιντρίγκαρε κιόλας. Αλλά αυτή η θηλυκή μου πλευρά δεν έχει καμία σχέση με θηλυπρέπεια ή τα παρόμοια, δε ξέρω αν με καταλαβαίνετε. Χούφτωνα τους σφιχτούς και σμιλεμένους του γλουτούς σπρώχνοντάς τους κιόλας προς εμένα, έτσι σαν να έδινα κι εγώ ρυθμό στις παλινδρομήσεις του πέους του όπως αυτός έδινε σε αυτές του κεφαλιού μου, ενώ παράλληλα έγλειφα, πιπιλούσα και ρουφούσα το στέλεχος του μέλους του που γλιστρούσε πάνω στον υγρό στοματικό μου διάδρομο με την συναίσθηση ότι συμμετείχα σε μια τελετουργία κατά την οποία απέδιδα λατρευτικές τιμές στην ίδια την αρρενωπότητα, ενσαρκωμένη με τον πιο πρόσφορο τρόπο στο πρόσωπο του εξημμένου φίλου μου –και πλέον γκόμενού μου. Το ένιωθα καυτό να λιώνει μέσα μου όσο τα σάλια μου προσπαθούσαν να σβήσουν την κάψα του, άλλοτε αισθανόμουν μέχρι και τους παλμούς των φλεβών του ενώ ο Βασίλης με τα πόδια σταθερά και καρφωμένα στο πάτωμα αναστέναζε, βογκούσε φιλήδονα και μερικές φορές ψιθύριζε «σε λατρεύω» ή «σε αγαπώ» ή «με τρελαίνεις». Κάποια στιγμή, ίσως γιατί φοβήθηκε ότι αν συνέχιζα θα τελείωνε χάνοντας έτσι το κυρίως μενού τράβηξε το κεφάλι μου μακριά από το μουσκεμένο του πέος και μου είπε: «δοκίμασε να παίξεις λίγο και με τα αρχίδια μου». Υπακούοντας πρώτα τα ψηλάφισα με τα δάχτυλά μου κι έπειτα έγλειψα το όσχεο ρουφώντας τους σφαιρικούς όγκους των αδένων του. Η μάζα τους άφησε μια ευχάριστη αίσθηση στο στόμα μου. «Μωρό μου» μου είπε στο τέλος και με βοήθησε να σηκωθώ όρθιος, «είσαι το κάτι άλλο! Τι τσιμπούκι ήταν αυτό! Τύφλα να έχει το γαμήσι με την καλύτερη γκόμενα που είχα ως τώρα πριν από σένα!». «Την Δήμητρα εννοείς;». Αντί για απάντηση με αγκάλιασε σφιχτά –η πρόσψαυση των σωμάτων μας, στήθος με στήθος, κοιλιά με κοιλιά- με εκτόξευσε στα ουράνια . Μου έδωσε ένα βίαιο κι επιθετικό φιλί, σαρώνοντας με την ορμητική του γλώσσα το στόμα εκείνο που μέχρι πριν λίγο υποδεχόταν μέσα του το απόλυτο σύμβολο του ανδρισμού του ενώ με τα χέρια του χούφτωνε τους γλουτούς μου πάνω από το μποξεράκι, πράγμα που τριπλασίαζε ή και τετραπλασίαζε την πρωτόφαντη έξαψη που με είχε κυριεύσει. «Σου άρεσε στ’αλήθεια Βασίλη;» ρώτησα με ένα ύφος ανασφάλειας. «Πλάκα κάνεις καμάρι μου; Ο πούτσος μου ήδη σε λάτρεψε!». Αισθάνθηκα μέσα μου περήφανος που είχα καταφέρει να αποσπάσω τον έπαινο ενός τόσο απαιτητικού και ποθητού στον κοριτσόκοσμο εραστή. «Τώρα πρέπει να σε ανταμείψω!» μου είπε. «Δηλαδή πώς;» έκανα έκπληκτος «μη μου πεις ότι….». «Αν είναι αυτό που νομίζω» με διέκοψε «απλώς ξέχνα το! Πίπα δεν υπάρχει περίπτωση να σου πάρω! Οι ρόλοι μας είναι απολύτως ξεκαθαρισμένοι, είμαι το αρσενικό, είσαι το θηλυκό! Γι’αυτό λοιπόν, λατρευτή μου πριγκίπισσα, ο πρίγκιπάς σου θα σου κάνει δώρο ένα υπέροχο και γενναιόδωρο γλειφομούνι!». «Δηλαδή;» πήγα να πω. «Δηλαδή» με διέκοψε πάλι «βγάζεις το βρακί σου, ξαπλώνεις ανάσκελα στο κρεβάτι, ανοίγεις διάπλατα τις ποδάρες σου και παραδίδεις το παρθένο αγορίστικο μουνάκι σου στην δικαιοδοσία του στόματός μου». Δίσταζα για μια στιγμή. «Έλα» μου λέει «θα κάνει καλό και στην τρυπούλα σου, να προετοιμαστεί σιγά σιγά, δεν βλέπεις τι γεωτρύπανο έχει να δεχθεί;». «Τώρα αυτό μου το λές για να πάρω θάρρος;» απάντησα εγώ. «Χαζούλη» μου ανταπαντά «νομίζεις ότι υπάρχει περίπτωση να σε πηδήξω εγώ και να μη το φχαριστηθείς; Σε πληροφορώ ότι θα το απολαύσεις και μάλιστα περισσότερο από όσο εγώ. Άιντε, ξάπλωσε έτσι και θα σε ξεβρακώσω εγώ, μέχρι τώρα σου γαμούσα το στόμα και τώρα σε πιάσαν οι ντροπές!». Έπεσα πάνω στο στρώμα ανάσκελα φαρδύς πλατύς και ο Βασίλης σκύβοντας από πάνω μου έπιασε την πάνω άκρη του εσωρούχου μου ενώ εγώ ανασήκωνα ελαφρώς την λεκάνη μου για να τον διευκολύνω καθώς μου το έβγαζε. Το πέταξε σε μια γωνιά κοντά στο δικό του κι έμεινε όρθιος να με κοιτά γυμνό και αραγμένο πάνω στο κρεβάτι μου, μέσα στην έδρα μου που είχε σκοπό να αλώσει. Η στύση μου ήταν εντυπωσιακή, το μέγεθος φυσικά δεν συγκρινόταν με το δικό του, όμως αν για μια στιγμή μονάχα ξεχνούσαμε πως απέναντί μου είχα τον Βασίλη και σκεφτόμασταν σε απόλυτα μεγέθη σίγουρα θα μιλούσαμε για ένα πέος μεγέθους κάτι παραπάνω από ικανοποιητικού. «Βλέπεις» μου είπε ο Βασίλης «μπορεί να μην έχεις το δικό μου κοντάρι, αλλά η ψωλή σου είναι φοβερή. Κι όμως εγώ θα σε βάλω κάτω και θα σε υποτάξω αγνοώντας την και θα σου επιβάλλω την δική μου ψωλή. Αυτή την ηδονή δεν μπορείς να την νιώσεις όταν πηδάς μια θηλυκιά γκόμενα, αυτή είναι κατασκευασμένη για να γαμιέται, έχει από μόνη της μουνί. Αυτό σου εξηγούσα πριν. Ενώ εσύ δεν είσαι γκόμενα, εγώ σε κάνω να είσαι κι εγώ θα σε κάνω να αποκτήσεις μουνί. Και μη μου πεις ότι δεν έχεις, περίμενε να τελειώσουμε και στο τέλος θα δούμε αν έχεις ή δεν έχεις». Εγώ δεν είχα να πω και κάτι. Ο Βασίλης πήρε ένα μαξιλάρι και μου είπε να το βάλω κάτω από την μέση μου για να ανυψωθεί η λεκάνη μου έτσι ανάσκελα καθώς ήμουν, κάτι που όπως μπορούσα κι εγώ να καταλάβω θα έκανε την δουλειά του πιο εύκολη. Όταν τακτοποιήθηκα ο Βασίλης βολεύτηκε στον ελεύθερο χώρο του κρεβατιού που υπήρχε ανάμεσα στα ανοιγμένα σκέλη μου, άνοιξε με τα χέρια του τα κωλομάγουλά μου κι έριξε μια πρώτη ματιά στην τρύπα του πρωκτού μου. Εκείνη την στιγμή, κι όχι όταν μου έβγαλε το μποξεράκι, αισθάνθηκα ότι ξεγυμνώθηκα πραγματικά μπροστά του, ότι του αποκάλυψα και την πιο απόκρυφη πτυχή του σώματός μου, κάτι που φυσικά αλήθευε, κι ότι άρα παραδινόμουν μ’ένα τρόπο που του παραχωρούσε πάνω μου πρωτόγνωρα δικαιώματα ιδιοκτησίας, κάτι που με άναψε φοβερά, ένα αίσθημα ακριβώς αντίστροφο από αυτό που αισθανόμουν όταν μου παραδινόταν μια γυναίκα. «Χμ» είπε ο Βασίλης με ύφος γνώστη «η τρυπούλα σου είναι πολύ σφιχτή, αλλά γι’αυτό ακριβώς και τόσο λαχταριστή. Σου υπόσχομαι να σου την μεταμορφώσω σε ένα τέλειο μουνί πρώτης κλάσεως». Έσκυψε το κεφάλι του στην τρύπα μου και μου ανύψωσε λίγο ακόμη την λεκάνη. Χρειάστηκε να σηκώσω κάπως την μέση μου και να υψώσω τα πόδια μου στον αέρα, λυγισμένα, με τα γόνατα να φτάνουν σχεδόν στο ύψος των αυτιών μου, προκειμένου να του παράσχω άνετη πρόσβαση στο μοναδικό σημείο του σώματός μου που δεν περίμενα ποτέ πως θα δείξω σε κανέναν. Ήμουν ευάλωτος όσο ποτέ, κι όμως, αφημένος στα χέρια του αισθανόμουν ασφαλής και προστατευμένος, λες και παραδίδοντάς του την εξουσία πάνω στο πιο κρυφό μου σημείο αντάλλαζα τον καταργημένο μου πια ανδρισμό με μια τρυφερή αφοσίωση στον ανώτερο ανδρισμό κάποιου άλλου που χωρούσε και τους δυό μας. Έβγαλε την γλώσσα του και έσυρε την άκρη της σε μερικές αναγνωριστικές κινήσεις γύρω από τον δακτύλιο της τρύπας μου χωρίς να αγγίξει ακόμη καθόλου την τρύπα καθ’εαυτήν. Η υγρή επιφάνειά της πάνω στην σάρκα μου με τράνταξε σύγκορμο. Ξαφνικά έδωσε στην καημένη την ανυποψίαστη τρυπούλα μου ένα τόσο πολύ ρουφηχτό φιλί, λες και ήταν στόμα, ένα φιλί παθιασμένο που με έκανε να τρέμω ολόκληρος και να πάλλομαι από κύματα ηδονής καθώς μέσα μου ευχόμουν να είχα μια γλωσσίτσα εκεί πίσω για να μπορούσα να ανταποδώσω το φιλί αυτό όπως του άξιζε.. Η γλώσσα του βυθιζόταν μέσα στο κέντρο της άμαθης τρύπας μου που, σφιχτή καθώς ήταν, δεν μπορούσε να ανοίξει μόνο με την πίεση της γλώσσας αν και πολύ θα ήθελε να υποδεχθεί το υγρό αυτό κομμάτι της σάρκας του γκόμενού μου μέσα της. Κι έτσι όμως, δεν ήταν λίγη η ηδονή που ένιωθα: Ηδονή σαρκική καθώς η γλώσσα του Βασίλη επιχειρούσε βασανιστικά μάταια την εισβολή, την στιγμή που όλο το στόμα του κολλημένο σαν βεντούζα στο πιο απόκρυφο σημείο μου, με τα χείλη του να εφάπτονται της στεφάνης που διέγραφαν τα εξωτερικά όρια της τρύπας μου, ρουφούσε άπληστα, ακριβώς σαν να φιλούσε το στόμα και όχι τον κώλο ενός αγοριού. Ηδονή εγκεφαλ(λ)ική, καθώς ένιωθα ολότελα υποταγμένος (να τολμήσω να πω υποταγμένη;- δεν θα έλεγα ψέμματα) στην αχόρταγη ορμή του, η οποία εκδηλωνόταν τόσο βίαια και συνάμα τόσο τρυφερά, με μια ισορροπία τέτοια που με έκανε να μη ξέρω αν έπρεπε να νιώσω πουτάνα ή πριγκίπισσα, πόρνη ή ερωμένη, ξετσίπωτη σκύλα ή δειλή πρωτάρα. Όταν σήκωσε το κεφάλι του μετά από αυτήν την πρώτη του επαφή με την μουσκεμένη μου πια τρυπίδα είδα μια κλωστή από σάλιο να ενώνει την γλώσσα του με το πρωκτό μου· όσο σηκωνόταν το κεφάλι του τόσο η κλωστή μεγάλωνε μέχρι που στο τέλος εξαφανίστηκε. Τέτοια ήταν η κάψα μου ώστε για μια στιγμή είχα στ’ αλήθεια πιστέψει πως η αγορίστικη οπή, εκεί μέσα στην φωλιά των γλουτών μου, είχε μεταμορφωθεί και ανατομικά σε ένα τέλειο γυναικείο μουνάκι και πως τα σάλια τούτα δεν ήταν παρά τα κολπικά υγρά μου. Επαναλαμβάνω ότι ούτε τότε ούτε άλλοτε ποτέ οι κινήσεις μου και η συμπεριφορά μου εμφανίζουν ίχνη θηλυπρέπειας. Ίσως να εγκολπώθηκα τον ρόλο της γκόμενας σε τέτοιο βαθμό μόνο και μόνο γιατί προτιμούσα να φαντάζομαι τον εαυτό μου κορίτσι παρά πούστη. Ο Βασίλης μου έσκασε ένα ολόλαμπρο χαμόγελο που μου λίγωσε την καρδιά. Τον είχα πράγματι ερωτευτεί, δεν υπήρχε πια αμφιβολία. Έτσι όπως ο κώλος μου ήταν υπερυψωμένος και κοίταζε σχεδόν το ταβάνι, με τα πόδια μου λυγισμένα προς τα πίσω, ο γκόμενός μου ξανάσκυψε πάνω από την οπή μου και αφού μάζεψε στο στόμα του μια ποσότητα σάλιου την άφησε να πέσει. «Πέτυχα κέντρο ακριβώς!» μου είπε χαμογελώντας και μετά πρόσθεσε: «το φτύνω για να μη το ματιάσω!». Γελάσαμε. Ένιωσα το σάλιο του να κυλάει από την τρύπα προς τα κάτω, αλλά αμέσως ο Βασίλης το μάζεψε με το δάχτυλο και το ξανάβαλε στο κέντρο του πρωκτού. Ύστερα άρχισε να μου τρίβει με το δάχτυλο την τρύπα, πολύ μαλακά, χωρίς να κάνει καμιά διείσδυση. «Βασίλη, σ’αγαπώ» ψιθύρισα ξέπνοα ανάμεσα σε βογκητά. Αμέσως φωτίστηκε το προσωπάκι του. Κατάλαβα ότι ήθελε να ορμήξει και να με πνίξει στα φιλιά αλλά του είπα «σε παρακαλώ, αν μ’αγαπάς συνέχισε» κι έτσι εξακολούθησε να τρίβει απαλά με το δάχτυλο αυτό που εκείνη την νύχτα είχε κερδίσει με το σπαθί του. «Να ‘ξερες πόσο ευτυχισμένο με κάνεις» μου ψιθύρισε κι ύστερα, σαν για να μ’ευχαριστήσει, έσκυψε και άρχισε ν’απλώνει με την γλώσσα του το σάλιο που μόλις πριν λίγο είχε αποθέσει στην παρθένα μου τρυπίδα.. Η γλώσσα του γλιστρούσε με απίστευτη σβερτάδα στην ροδελίτσα μου, κύματα ηδονής με πλημμύριζαν, αισθήσεις πρωτόγνωρες. Βογκούσα. Τώρα γλώσσα και δάχτυλο συνεργάζονταν, η γλώσσα άφηνε τα σημάδια της υγρής της διαδρομής σ’εκείνο το κρυμμένο ανάμεσα στα μπούτια μου σημείο που τόσα χρόνια αγνοούσα τι ηδονή είναι δυνατόν να μου προσφέρει, και το δάχτυλο ακολουθούσε με απαλές μαλάξεις. Ήταν τόσο τρυφερό να βλέπω το κεφάλι του ανάμεσα στους ανοιγμένους μου γλουτούς που άπλωσα τα χέρια μου και άρχισα να χαϊδεύω στοργικά το κεφάλι του καθώς εκείνος συνέχιζε την απολαυστική προεργασία του. Τα πόδια μου είχαν πιαστεί έτσι σηκωμένα, αλλά το πιάσιμο επισκιαζόταν από μια καύλα που δεν είχα ξανανιώσει ποτέ. «Ροδοκοκκίνισε κάπως», μου λέει σε κάποια στιγμή ο Βασίλης. «Ο κώλος μου;» ρωτάω. «Χμ» μου κάνει, «έχει ήδη αρχίσει σιγά σιγά να μεταμορφώνεται σε μουνάκι, αλλά θέλει ακόμη λίγη προσπάθεια, νομίζω ότι ήρθε η ώρα για το δαχτυλάκι». Χωρίς άλλη κουβέντα τέντωσε προς την μεριά του κεφαλιού μου το μεσαίο του δάχτυλο. Φυσικά δεν χρειάστηκε να ρωτήσω γιατί. Το έγλειψα από πάνω ως κάτω φροντίζοντας να μείνει πάνω του ένα στρώμα σάλιου όσο το δυνατόν παχύτερο. «Είναι η πρώτη φορά που θα φας δαχτυλάκι;» με ρώτησε. «Φυσικά» του απάντησα. «Θα στο βάλω σιγά σιγά, όταν μπει το μισό θα σταματήσω να συνηθίσεις λίγο και μετά θα χώσω και το υπόλοιπο, εντάξει; Μη μασάς!». Πράγματα που είχα πει αρκετές φορές εγώ ο ίδιος σε διάφορες γκόμενες τα άκουγα τώρα να λέγονται σε εμένα! Καύλωνα μόνο γι’αυτό! Θαύμαζα όμως και το αντριλίκι του Βασίλη, που έβλεπε τόση ώρα το πέος μου τεντωμένο και ντούρο σαν κοντάρι κι όμως δεν καταδέχτηκε ούτε ένα χάδι να του δώσει. Το μουνάκι μου ήθελε να απολαύσει, όχι τον πούτσο μου. Καμάρωσα μέσα μου που μου έλαχε τέτοιος γκόμενος. Θα ξενέρωνα άσχημα αν μου έκανε ή μου ζητούσε κάτι που δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει ή να ζητήσει από μια φυσιολογική κοπέλα. Και ευτυχώς δεν με απογοήτευσε σε αυτό το θέμα ποτέ. Ακούμπησε με την ρώγα του δαχτύλου την οπή μου κι ύστερα άρχισε σιγά σιγά να βυθίζει μέσα στο απηυθυσμένο μου τις δυο πρώτες φάλλαγγες. Το σάλιο μου, ανακατεμένο με τα σάλια του Βασίλη που είχαν μουσκέψει την σούφρα μου, είχε κάνει πολύ καλά την δουλειά του. Μόνο στην αρχή ένιωσα ένα μικρό γρατσούνισμα, όταν η άκρη του δαχτύλου του εισέβαλε στον πρωκτό μου, ο οποίος και τελικά αποδείχτηκε εξαιρετικά φιλόξενος! Το μισό δάχτυλο γλίστρησε μέχρι την μέση πάνω σ’ένα παχύ λιπαντικό στρώμα σάλιου που ένιωθα να αλείφεται στα τοιχώματα του εντέρου μου. Τρία τέσσερα δευτερόλεπτα περίμενε το μωρό μου κι ύστερα έβαλε και το υπόλοιπο. Γλίστρησε κι αυτό όμορφα όμορφα μέχρι που μπήκε όλο. Ήταν μια περίεργη αίσθηση, περίεργη, αλλά ευχάριστη. Πολύ ευχάριστη μάλιστα. Λες κι εκεί κάτω, σ’ αυτό το σημείο του κορμιόυ μου, (μάλλον πάνω πρέπει να πω., αφού ήμουν σε στάση τέτοια που ο κώλος μου βρισκόταν πιο ψηλά από το κεφάλι μου) υπήρχε ένα κενό που το δάχτυλό του Βασίλη ήρθε να γεμίσει προσφέροντας μου απλόχερα μια αίσθηση πληρότητας. Τώρα έτσι με τα πόδια μου να μουντζώνουν το ταβάνι και το δάχτυλο ενός μαντράχαλου να βουλώνει την τρύπα του κώλου μου πώς έπρεπε να αισθανθώ; Σκρόφα, πουτάνα και τσούλα ενός αρχιγαμιά ή δεσποσύνη του ιππότη μου, τιμημένο έπαθλο ενός παλληκαριού που με κέρδισε μετά από κρυφά βάσανα εξ αιτίας του ανομολόγητου πόθου του για μένα; Αισθανόμουν και τα δύο. Και γούσταρα. Καύλωνα αφ΄ενός μεν γιατί είχα μέσα μου το δάχτυλό του, που ένωνε με την μάζα του το κενό ανάμεσα στα τοιχώματα του εντέρου μου, αφ’ετέρου δε επειδή ακριβώς εκείνο το δάχτυλο αποτελούσε την αδιάψευστη υλική έκφραση της εξουσίας του γκόμενού μου πάνω μου, μιας εξουσίας που όπως ήδη εξήγησα με γέμιζε με σιγουριά και ασφάλεια. Έβλεπα τον Βασίλη, αρρενωπό και αποφασιστικό, γεμάτο αυτοπεποίθηση, γονατισμένο ανάμεσα στα λυγισμένα προς τα πάνω σκέλη μου, να παραβιάζει ό,τι πιο ιδιαίτερο και απόκρυφο και προσωπικό βρίσκεται πάνω στο σώμα ενός ανθρώπου, είτε αγοριού είτε κοριτσιού, κι ένιωθα να με κατακλύζει μια ιερή σχεδόν ευγνωμοσύνη για την επιμονή του να μπει σαν μύστης με δικαιώματα συγκυρίου στις τόσο αυστηρά συνδεδεμένες με την ατομικότητα περιοχές του σώματός μου. Ένιωθα μια ανακούφιση μοναδική, την ανακούφιση που χρωστά κανείς σε αυτόν στον οποίο εμπιστεύεται τα πιο προσωπικά του μυστικά. «Μωρό μου», μουρμούρισε ο Βασίλης με το δάχτυλό του πάντα ακίνητο μέσα μου, «θα ήθελα να μπορούσες να δεις τον εαυτό σου μέσα από τα δικά μου μάτια, να τον δεις έτσι ακριβώς όπως είναι τώρα, με τα τόσο ποθητά σου μπουτάκια ανοιγμένα διάπλατα σε μια αγκαλιά γύρω μου, με το κορμάκι σου λυγισμένο για να με υποδεχθεί σαν κατακτητή, με την τρυπούλα σου σφιχτή αλλά και ροδοκοκκινισμένη από τις ειδικές περιποιήσεις μου». Θυμήθηκα τότε μεμιάς την εικόνα που είχα δει από το τζάμι της μπαλκονόπορτας, το γυμνό κορμί της Δήμητρας που είχε παραδοθεί στην λάγνα παραφορά του τωρινού μου γκόμενου. Και θυμήθηκα πόσο πολύ είχα επιθυμήσει εκείνο το γυμνό κορμί, πόσο μέσα μου φούντωνε η βασανιστική φλόγα του πόθου καθώς έσερνα πάνω στις εξαίσιες καμπύλες του τα πεινασμένα μου μάτια και τότε συνειδητοποίησα αμέσως ότι έτσι ακριβώς όπως είχα νιώσει εγώ στην θέα του γυμνού κορμιού της Δήμητρας έτσι και τώρα θα έπρεπε λογικά να νιώθει και ο Βασίλης για το δικό μου σώμα που τόσο μου έλεγε ότι ποθούσε. Ομολογώ ότι το να νιώθεις ότι σε ποθεί κάποιος είναι όπως όλοι ξέρουμε εξαιρετικά όμορφο και καυλωτικό, το να νιώθεις όμως ότι σε ποθεί ο πρώην κάποιας που θέλεις να εκδικηθείς, όταν μάλιστα αυτός ο πρώην είναι ένας παίδαρος με δυο κιλά αρχίδια κι όταν αυτή η κάποια είναι η Δήμητρα ο θεόμουνος, την οποία έχεις υπερφαλαγγίσει προκαλώντας πολύ μεγαλύτερη καύλα και πόθο από ό,τι εκείνη στον γκόμενό της που την παράτησε για πάρτη σου, ε αυτό σαν απόλαυση που να πάρει μόνο με τον οργασμό μπορεί να συγκριθεί! Η αυτοπεποίθησή μου, πάντα πεσμένη όσον αφορούσε στην αρσενική μου φύση, βρισκόταν στο ζενίθ της τώρα που από πλευράς σεξουαλικής (για σεξουαλική αυτοπεποίθηση μιλάμε έτσι κι αλλιώς) είχα μετατραπεί σε θηλυκό. Ξαφνικά ο Βασίλης άρχισε τις αργές παλινδρομήσεις του δαχτύλου του μέσα στον πρωκτό μου. Το δάχτυλό του χάιδευε τα εσωτερικά τοιχώματα του απηυθυσμένου μου και τα βογκητά μου μεγάλωσαν απότομα. «Σου αρέσει μωρό μου;» με ρώτησε τρυφερά και με το άλλο χέρι άρχισε να πασπατεύει από την μέσα μεριά το αριστερό μου μπούτι. «Με τρελαίνεις παίδαρέ μου» του απάντησα πνιχτά, «με έχεις κάνει τούρμπο! Αχ Βασίλη συνέχισέ το! Το κάνεις τόσο όμορφα και με μια άνεση που με ερεθίζει σε βαθμό αφάνταστο!». Και πράγματι, μου έβαζε κωλοδάχτυλο με απίστευτη δεξιοτεχνία αλλά και με τόση άνεση, λες και το έκανε αδιάφορα, μόνο με την δύναμη της πείρας, σαν ας πούμε να πατούσε τα πλήκτρα του τηλεκοντρόλ! Πέρασαν έτσι λίγα λεπτά χωρίς να ακούγεται τίποτε πέρα από τα βογκητά μου και μερικά φλαπ φλαπ όποτε ο Βασίλης πασπατεύοντας το εσωτερικό των ανοιγμένων και σηκωμένων μηρών μου τους έριχνε και καμιά μικρή φαπούλα. Αντί να κοιτάζει την τρύπα μου κοίταζε εμένα στο πρόσωπο χαμογελαστός κι όμως οι κινήσεις του ήταν μελετημένες ώστε να προσφέρουν το μέγιστο της ηδονής που μπορούσε να αποκομιστεί σε εκείνο το στάδιο. «Την καταβρήκες ε πουτανάκι;» μου είπε. Πάλι με άναψε. Και το ήξερε ότι έτσι άναβα και αυτό με άναβε ακόμη περισσότερο. «Φυσικά και γουστάρω ρε Βασίλη, ποιο κορίτσι δεν θα γούσταρε στην θέση μου;». «Έτσι μπράβο» μου απάντησε «να συνηθίζεις σιγά σιγά! Κι εγώ την έχω καταβρεί όμως, με τρελαίνει να πασπατεύω τα μπούτια σου, ξέρεις πόσο καιρό το φαντασιωνόμουν;». «Πόσο θα ήθελα» είπα τότε εγώ «να έχω δύο τρυπούλες όπως κάθε κοπέλα για να σου προσφέρω ρε φίλε διπλή απόλαυση!». Έριξε μια ματιά στην τρύπα μου που συνέχιζε να γαμάει με το κωλοδάχτυλό του και μου είπε: «νομίζω ότι είναι έτοιμη. Όσο γι’αυτό που είπες ξέχνα το! Σου εξήγησα τι είναι αυτό που με καυλώνει σε μια γκόμενα αρχιδάτη όπως εσύ». Έβγαλε το κωλοδάχτυλό του από την οπή του πρωκτού μου και μεμιάς αισθάνθηκα κενός και άδειος, σαν κάτι να μου έλειπε εκεί πίσω. Αν ένα τόσο μικρό και λεπτό δαχτυλάκι είχε γίνει τόσο γρήγορα το απαραίτητο γέμισμα και συμπλήρωμα του κώλου μου τι θα γινόταν όταν το υπερτροφικό του όργανο θα συσπόταν σαν κομπρεσέρ μέσα μου; «Ρε Βασίλη» του λέω «σίγουρα είναι έτοιμη; Μ’΄ένα δαχτυλάκι μόνο; Κοίτα τι στειλιάρι θα βάλεις μέσα! Εγώ σε γκόμενα, που δεν ήταν και παρθένα από πίσω, που έχω και πιο μικρό πούτσο, δύο δάχτυλα τα έβαλα πριν την σοδομίσω». «Καλά» μου έκανε ο Βασίλης ειρωνικά «γι’αυτό και δεν νομίζω ότι γάμησες ποτέ κώλο, δεν θα κατάλαβες την διαφορά από το μουνί, εννοώ το κανονικό, το γυναικείο». «Έλα ρε Βασίλη, λες υπερβολές». «Ναι εντάξει» απάντησε «αλλά το μέγιστο της απόδοσης ενός παρθένου κώλου το ρίχνεις πολύ αν βάλεις μέσα δεύτερο δάχτυλο». «Καλά και δεν θα πονέσω με αυτό το κοντάρι που έχεις για ψώλο;». «Ε θα τσούξεις, εντάξει εννοείται αυτό, αλλά δεν θα πεθάνεις κιόλας. Θα καυλώνεις κιόλας που θα τσούζεις για την απόλαυσή μου, σαν πιστό και αφοσιωμένο κορίτσι που μου είσαι, κι εγώ θα καυλώνω διπλά που θα ξέρω ότι το κορίτσι μου σκίζεται για μένα. Έλα χαλάρωσε, έτσι ξεπαρθένεψα και τον κώλο της Δήμητρας, είδες να έπαθε κάτι; Βόγκηξε λίγο στην αρχή, κανά δύο λεπτά και μετά γούσταρε. Γούσταρε και πιο πολύ από μένα, θα το δεις κι εσύ έτσι θα γουστάρεις!». «Άντε να δούμε» είπα εγώ αναστενάζοντας. Η αλήθεια είναι ότι αυτό που με έπεισε τελειωτικά ήταν η αναφορά στην Δήμητρα. Δεν θα της επέτρεπα ποτέ να προσφέρει μεγαλύτερη απόλαυση από όση θα προσέφερα εγώ στον Βασίλη μου. Εκείνος έγειρε προς το μέρος μου και καθώς ήμουν στην στάση που έχω ήδη αναφέρει έβαλε μπρος στα μούτρα μου το τεράστιο, ορθωμένο και απειλητικό όργανό του. Η κίνηση ήταν σαφής και τα λόγια περίττευαν. Η λίπανση του μορίου του είχε ανατεθεί και πάλι στο στοματάκι μου, που όπως και να το κάνουμε, δέχθηκε πολύ πρόθυμα στην υγρή του κοιλότητα την πυρωμένη βέργα που φύτρωνε ανάμεσα στα πληθωρικά αρχίδια του οσονούπω γαμιά μου. To πέος βυθίστηκε τελετουργικά στο στόμα μου και η πάντα δραστήρια γλώσσα μου που είχε πεθυμήσει κιόλας το σκληρό του στέλεχος φρόντισε να το επαλείψει με μια γενναιόδωρη ποσότητα σάλιου που θα διευκόλυνε την επικείμενη διολίσθηση. Αμέσως μετά ο Βασίλης εκτόξευσε στο κέντρο της οπής μου μια φτυσιά, που βρίσκοντας την τρυπούλα μου λίγο πιο χαλαρή δεν έμεινε στην επιφάνεια, αλλά γλίστρησε μέσα και μούσκεψε το εσωτερικό του εντέρου μου, κάτι που είχε ήδη κάνει το σαλιωμένο δαχτυλάκι του Βασίλη προηγουμένως. Τον έβλεπα να φλέγεται από πόθο να με γαμήσει και μπορούσα να τον καταλάβω· το μπορούσα γιατί όσο κι αν είχα γίνει πια το κορίτσι του δεν έπαυα να είμαι αγόρι και να μπορώ να καταλαβαίνω πώς σκέφτονται τα αγόρια. Όταν έχεις μπροστά σου στο κρεβάτι ολοτσίτσιδη να σου προσφέρει τον πολύτιμο μούνο της με τα κανιά της ανοιχτά και το κορμάκι της να πάλλεται την γκόμενα που τόσο καιρό φαντασιωνόσουν ότι πηδάς, κι όταν τα σφιχτά σαν μικρά πεπονάκια κωλομέρια της δεν χωρίζονται από τις λαίμαργες παλάμες σου παρά μόνο από λίγα εκατοστά αέρα τότε πράγματι δικαιούσαι να βρίσκεσαι στον μέγιστο βαθμό σεξουαλικής έξαψης. Γιατί ακριβώς σε αυτήν την θέση βρισκόταν ο Βασίλης και είχε μπροστά του δική του και παραδομένη την γκόμενα που τόσο καιρό γούσταρε και μάλιστα μόλις της είχε γλείψει το μουνί. Και πάλι ήταν πολύ ψύχραιμος. Εγώ στην θέση του δεν θα άντεχα και θα την είχα ήδη γαμήσει, αν είχα απέναντί μου την γκόμενα των ονείρων μου π.χ. την Δήμητρα με το μουνάκι της να στάζει μέλι σαν ώριμο σύκο.. Όμως αυτές οι σκέψεις με αποπροσανατόλιζαν. Είχα μπροστά μου το απόλυτο αρσενικό και αν ήθελα να αποσπάσω από την επικείμενη ολοκλήρωση της σεξουαλικής μας συνεύρεσης τον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό απόλαυσης έπρεπε να σταματήσω να σκέφτομαι σαν κρεμανταλάς και να ταυτιστώ πλήρως με τον παθητικό μου ρόλο και την νέα σεξουαλική μου ταυτότητα. Αλλά επειδή ανατομικά παρέμενα αγόρι και επειδή ήμουν φυσικά ολόγυμνος ήταν αδύνατον για τον Βασίλη να μη παρατηρήσει έστω και για μια στιγμή όλη αυτήν την ώρα την άγρια στύση μου, που αν και όχι εφάμιλλη της δικής του δεν ήταν και αξιοκαταφρόνητη με τα κοινά μέτρα. Μου την έδειξε λοιπόν μ’ένα νεύμα του που στόλισε με το πιο πονηρό, υπαινικτικό και συνάμα γλυκό χαμόγελό του και μου είπε: «Βλέπω ότι γουστάρεις φιλαράκι, τι κρίμα όμως που το λιλί σου θα μέινει απόψε νηστικό!». Έμενε βράχος ακλόνητος, η στύση μου για εκείνον ήταν μια απλή επιβεβαίωση ότι με είχε διεγείρει σεξουαλικά, ένας δείκτης της καύλας που μου προκαλούσε, κατά τα άλλα το ανδρικό μου όργανο παρέμενε στο μυαλό του ένα απλό και διακοσμητικό αξεσουάρ για την νέα του γκόμενα ή ακόμη καλύτερα μια υπενθύμιση ότι εκείνος την έκανε γκόμενα. «Λοιπόν», μου λέει στο τέλος, «είσαι έτοιμος;» . «Θα τον χώσεις τώρα;». «Εμ θα τον χώσω τι θα κάνω;». Ήταν παράξενο το γεγονός ότι ενώ καθόμουν τόση ώρα ανάσκελα με τα πόδια ανοιχτά δεν είχα ακόμη μουδιάσει. Τώρα, εν όψει της επικείμενης διεισδύσεως ανασκουμπώθηκα και τοποθέτησα τα μέλη μου σε θέση βολική τόσο για μένα ως δέκτη του πέους όσο και για το Βασίλη που έπρεπε να έχει εξασφαλισμένη μια άνετη και απρόσκοπτη πρόσβαση στο προσεχώς εγκαινιαζόμενο μουνί μου. Ήταν τόσο όμορφος και γλυκός όταν χαμογελούσε, όταν φανέρωνε την φωτεινή λωρίδα της οδοντοστοιχίας του που έκανε μια γοητευτική αντίθεση με το μελαχροινό του δέρμα, όταν τα μάγουλά του ρυτίδωναν από το τέντωμα των ροδαλών χειλιών του που μου βγήκε έτσι αυθόρμητη η διάθεση να του πω «Βασίλη σ’αγαπώ, είμαι ερωτευμένος μαζί σου, Βασίλη θέλω να σου δοθώ και να σου προσφερθώ ολόκληρος μωρό μου, αγάπη μου». Αμέσως η χαρά πλημμύρισε το πρόσωπό του. Φίλησε τις πατουσίτσες μου που ήταν σηκωμένες προς το ταβάνι και μου είπε: «μωρό μου, δεν ξέρεις πόσο ευτυχισμένο με κάνεις, πετάω στα σύννεφα. Κι εγώ σ’ αγαπώ και σε θέλω και σε λατρεύω με όλη μου την ψυχή και με όλο μου το σώμα που φλέγεται για σένα». Κι ενώ ήταν έτοιμος να μπει μέσα μου το ανέβαλε για λίγο κι έπεσε πάνω μου και άρχισε να με φιλάει στο στόμα με ένα φιλί πολύ δυνατό και ρουφηχτό και κτητικό και με την γλώσσα του να μην αφήνει γωνιά του δικού μου στόματος ανεξερεύνητη και ανέγγιχτη. Εγώ πάλι χαλάρωσα και χαμήλωσα για λίγο τα πόδια μου κρατώντας τα όμως ανοιχτά καθώς ο Βασίλης μου ξάπλωνε ανάμεσά τους. Ένιωθα την σκλήρυνση του πέους του πάνω στο δικό μου πέος, κι έτσι ανάμεσα στα πόδια μου είχα τώρα δύο πέη και τέσσερις όρχεις! Ποιος την χάρη μου! Τα χέρια του αγκάλιαζαν τον σβέρκο μου και ανασήκωναν ελαφρά το κεφάλι μου ενώ τα δικά μου μάλασσαν την πλάτη του και επιχειρούσαν πότε πότε να γεμίσουν τις παλάμες τους με τον σφιχτό όγκο των γλουτών του. Όταν χόρτασε φιλί σηκώθηκε ξανά στα γόνατα και με βοήθησε να πάρω την προηγούμενη στάση: πόδια σηκωμένα ψηλά και αρκετά ανοιχτά ώστε να διασφαλίζεται ανεμπόδιστη πρόσβαση προς την τρύπα, γόνατα ελαφρώς λυγισμένα για την δική μου άνεση και λεκάνη κάπως υπερυψωμένη πάνω σε ένα μαξιλάρι τόσο για να εξασφαλίζεται καταλληλότερη θέση στην τρύπα μου όσο και για να απορροφώνται στο μέτρο του δυνατού οι κραδασμοί κατά την διάρκεια των ωθήσεων του πέους του μέσα στο παρθένο μου ακόμη μουνί, ή μάλλον στον κώλο μου που θα γινόταν μουνί ακριβώς την στιγμή που θα έχανε την παρθενιά του. Έριξε δυο τελευταίες φτυσιές για να ανανεώσει την λίπανση, μία στον πρωκτό μου και μία στο κατακόκκινο κεφάλι του πούτσου του που φάνταζε απειλητικός όσο ποτέ, σαν σιδερένια σούβλα, κι ύστερα με κοίταξε με το πιο λάγνο βλέμμα που δέχθηκε ποτέ άνθρωπος: «Μωρό μου, φοβάμαι ότι οι αβρότητες σταματούν κάπου εδώ, φαντάζομαι ότι το καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι; Θα προσπαθήσω να είμαι όσο πιο ανώδυνος γίνεται, αλλά όπως και να ‘χει στην αρχή θα ζοριστείς λίγο, για γαμήσι μιλάμε, δεν θα παίξουμε τις κουμπάρες. Μη τρομάζεις όμως, κάνε στην αρχή λίγο κουράγιο και μετά όλα θα πάνε καλά, θα τα καταφέρουμε, θα περάσεις πιο όμορφα κι από μένα, στο υπόσχομαι! Αρκεί να μου δείξεις εμπιστοσύνη». Φυσικά και του έδειχνα εμπιστοσύνη! Τι άλλο του έδειχνα δηλαδή όταν άνοιγα τις ποδάρες μου κι έστηνα την κωλότρυπά μου φάτσα κάρτα στην μούρη του για να την κάνει ό,τι γουστάρει; Πήρα μια βαθιά και ηχηρή ανάσα προσπαθώντας όσο μπορούσα να χαλαρώσω από την υπερένταση στην οποία βρισκόμουν. Ο Βασίλης, γονατιστός όπως ήταν, άρπαξε τα πόδια μου από τις κνήμες και με καθοδήγησε να χαμηλώσω σε αυτήν την φάση λίγο την υπερυψωμένη λεκάνη μου για να έρθει το κωλοτρυπίδι μου στην ίδια ευθεία με τον πούτσο του, τον οποίο τώρα οριζοντίωνε με το δεξί του χέρι στρέφοντας την βάλανό του προς το κέντρο της οπής μου, σαν μια τορπίλη που κατευθυνόταν με ρομποτική ακρίβεια και ακάθεκτη πάνω στον ηλεκτρονικά υπολογισμένο με μαθηματική ακρίβεια στόχο της. Πριν προλάβω να πάρω δεύτερη ανάσα ένιωσα την άκρη της σκληρής ψωλής που στριμωχνόταν προσπαθώντας να χωθεί μες στον κώλο μου. Με την βοήθεια του χεριού του και με μια δυνατή ώθηση των γυμνασμένων του γοφών και της λεκάνης του (η εμπειρία δεν κρύβεται) ο Βασίλης κατάφερε τελικά να σπρώξει μες στο έντερό μου την μισή του πούτσα. Ένας δυνατός πόνος με ανάγκασε να βογκήξω δυνατά, ένιωθα την περίμετρο της τρύπας μου να τεντώνεται ως τα όρια της ελαστικότητάς της τα οποία ο Βασίλης δοκίμαζε. Για μια στιγμή νόμισα πως η τρύπα μου δεν υπήρχε εκεί από τότε που γεννήθηκα αλλά πως την άνοιξε ο Βασίλης τώρα δα με την πούτσα του, πως με τρύπησε με την ψωλή του ανάμεσα στα κωλομέρια μου και γι’ αυτό πονούσα τόσο. Φαίνεται όμως πως κι εκείνος τραβούσε τα ζόρια του με την παρθενιά μου έτσι σφιχτός που ήμουν, γιατί με το καυλί του μισοχωμένο στον πάτο μου σταμάτησε να πάρει δυο ανάσες και να ανακτήσει δυνάμεις. Ύστερα και χωρίς πολλά πολλά με μια δεύτερη κίνηση, δίδυμη της προηγούμενης, ο Βασίλης ανάγκασε την τρύπα μου να καταπιεί μονομιάς και τα υπόλοιπα εκατοστά του σωλήνα που είχε για πούτσο, μπήγοντάς το μέσα μου μέχρι την ρίζα, τόσο βαθιά που ένιωσα το ταλαντευόμενο σακουλάκι με τα αρχίδια του να χαϊδεύει το περίνεό μου. Βόγκηξα ξανά, ο πόνος ήταν αρκετά μεγάλος, σφάδαζα, προσπαθούσα όμως να κάνω κουράγιο γιατί δεν ήθελα να απογοητεύσω το μωρό μου ούτε να χαλάσω την ζαχαρένια του, αν και σίγουρα τα βογκητά μου τον καύλωναν ακόμη περισσότερο, επιβεβαιώνοντας και στην πράξη το πόσο προικισμένος ήταν από την φύση ο γκόμενός μου. Εκείνος θέλησε να με ανακουφίσει κι έτσι άφησε μέσα μου ακίνητο το όργανό του, βυθισμένο σαν παλούκι στον κώλο μου. Ο πόνος σταδιακά υποχωρούσε κι έδινε σιγά σιγά την θέση του σε μια γλυκιά κι ανεπανάληπτη αίσθηση πληρότητας μπροστά στην οποία αυτή που είχε προκαλέσει το δάχτυλο ωχριούσε. Είχα αρχίσει πια να νιώθω το μακρινάρι του σαν αναπόσπαστο μέλος του σώματός μου, σαν δικό μου όργανο κι όχι σαν εξωτερικό εισβολέα. Έστω σαν ένα μόσχευμα με το οποίο ο οργανισμός μου συμφιλιώθηκε γρήγορα. Σαν συμπλήρωμα της πίσω διόδου μου το οποίο αποκάλυπτε και συνάμα εκπλήρωνε κι επιτελούσε μια τόσο απολαυστική κι όμως τόσο άγνωστη σ’ εμένα μέχρι εκείνη την στιγμή λειτουργία του κώλου μου. Έχοντας πάντα βυθισμένη και ακίνητη μέσα μου την πούτσα του ο Βασίλης ξάπλωσε μαλακά μαλακά και τρυφερά πάνω μου ενώ εγώ συνέχιζα να έχω τα πόδια μου υψωμένα. Το πρόσωπό του ήρθε απέναντι από το δικό μου και μπορούσα πλέον να διακρίνω χωρίς κόπο και την παραμικρότερη σύσπαση στην έκφρασή του. Οι κοιλιές μας και τα στήθη μας εφάπτονταν καθ΄όλη σχεδόν την επιφάνειά τους. Τα μάτια του λαμποκοπούσαν λιγωμένα από έρωτα για μένα, έλιωνε ολόκληρος, η ανάσα του είχε βαρύνει, τον κοιτούσα κι έλιωνα κι εγώ, τον ήθελα, τον είχα μέσα μου μα δεν τον χόρταινα. Το μανάρι μου! «Σ’ ευχαριστώ» μου ψιθυρίζει στο αυτί. «Εγώ σ’ευχαριστώ γλυκέ μου» απαντώ και τον φιλάω στον λαιμό. Μένει για λίγο ακόμη με το πέος του ακίνητο μέσα μου και με φιλάει στον λαιμό και στο στόμα βυθίζοντας την γλώσσα του όσο πιο μέσα μπορεί και στριφογυρίζοντάς την με λαγνεία, προσπαθεί να με γευτεί από παντού, να μπει μέσα μου από κάθε άνοιγμά μου, βλέπω πως ούτε κι αυτός με χορταίνει, δεν πιστεύει καλά καλά ότι έχει χώσει τον πούτσο του στην γκόμενα των ονείρων του. Σε κάποια στιγμή κουνιέται λίγο ανάμεσα στ’ανοιγμένα πόδια μου προσπαθώντας να λάβει μια στάση πιο βολική για να με γαμήσει. Για να με προετοιμάσει και πάλι και να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα, αλλά και για να δείξει ότι έχοντας τον αρσενικό ρόλο διατηρεί τον πλήρη έλεγχο της διαδικασίας χαμογελάει, με κοιτάει στα μάτια με την στοργή του τρυφερού εραστή –προστάτη και μου λέει: «Αγάπη μου, με γεια το καινούργιο σου μουνάκι! Τι θα ‘λεγες να το δοκιμάσουμε;». Χαμογελούμε κι οι δύο, οι καρδιές μας χτυπούν σαν ταμπούρλα και μπορούμε να νιώσουμε ο ένας τους παλμούς του άλλου ενωμένοι όπως είμαστε· το σώμα μου έχει γίνει ένα στρώμα μαλακό και φιλόξενο για τον Βασίλη. Αισθάνομαι σιγά σιγά ότι παίρνω το σχήμα του, ακριβώς σαν τα μαλακά κι αφράτα στρώματα όταν ξαπλώνουμε πάνω τους, όπως κι η τρύπα μου, σαν να είναι από πλαστελίνη, νιώθω ότι έχει πάρει το σχήμα του πέους του, αν δεν το είχε εξ αρχής, αν δεν ήταν προορισμένη για ξιφοθήκη, για κολεός έτοιμος να δεχθεί φιλόξενα μέσα του το σάρκινο και γεμάτο φλέβες σπαθί του αγοριού μου - τι τρελή σκέψη! «Μωράκι μου», απαντώ ανάμεσα σε στεναγμούς και βογκητά κάψας, «το ξέρεις ότι το μουνάκι μου είναι δικό σου, ότι εσύ το άνοιξες με το σπαθί σου κι ότι μόνο εσύ έχεις το δικαίωμα να το χρησιμοποιείς ως νόμιμος και αποκλειστικός κύριός του». Δεν ξέρω πως βρήκα το κουράγιο να δώσω μια τέτοια απάντηση παίζοντας με την έκφραση «με το σπαθί σου», αλλά ακόμη κι αν ο Βασίλης δεν κατάλαβε τον υπαινιγμό νομίζω πως οποιοδήποτε αρσενικό θα καύλωνε κάργα μπροστά στην αυτοπεποίθηση και την επιβεβαίωση του ανδρισμού του που μια τέτοια δήλωση ολοκληρωτικής παράδοσης προσφέρει. Φίλησε γλυκά το κάτω χείλος μου δαγκώνοντάς το ελαφρά και χαδιάρικα κι ύστερα με μια κίνηση της λεκάνης του τράβηξε αργά και απαλά την πούτσα του προς τα έξω και μου την ξαναέχωσε κάπως δυνατά. Παρ’όλο που κρατήθηκα να μη φωνάξω δεν μπόρεσα να αποτρέψω ένα σχεδόν αντανακλαστικό βογκητό. Ο Βασίλης επανέλαβε την κίνηση, πάντα τρυφερά και ήρεμα. Η λεκάνη του ανεβοκατέβαινε ρυθμικά για να βγάζει και για να ξαναμπήγει στο αγορίστικο μουνί μου το υπερμέγεθες πέος του. Άκουγα την βαριά του ανάσα (η εκπνοή του χάιδευε το πρόσωπό μου), άκουγα τον απαλό θόρυβο που έκανε το σακουλάκι με τα αρχίδια του κάθε φορά που χτυπούσε στην σούφρα μου, άκουγα τον υγρό ήχο του πούτσου του που γλιστρούσε στα τοιχώματα του απηυθυσμένου μου, άκουγα το επαναλαμβανόμενο τρίξιμο από τις σούστες του στρώματος και τους σομιέδες καθώς τρανταζόμασταν συγχρονισμένα όσο με γαμούσε κι αισθανόμουν συνάμα το δέρμα του να τρίβεται πάνω στο δικό μου νιώθοντας κάτω από αυτό τους δυνατούς και γυμνασμένους μυς του να συσπώνται δίνοντας στο γαμήσι τον ήσυχο, τρυφερό, απαλό και ρομαντικό ρυθμό τους. Τον κοίταζα και με κοίταζε στα μάτια, εγώ ξαπλωμένος πάνω στα ροδοπέταλα σαν πριγκίπισσα ή εταίρα πολυτελείας κι εκείνος πάνω μου multa gracilis in rosa urget, δύο σώματα ενωμένα, μια συσσωμάτωση με σημείο επαφής τις περιοχές ανάμεσα στα σκέλια μας, εκείνου την μπροστινή κι εμένα την πισινή· κουνιόμασταν απαλά, ρομαντικά, στον ρυθμό που η λεκάνη του έδινε με τις ωθήσεις της κι αισθανόμουν κάθε χιλιοστό του σκληρού του μέλους που έμπαινε βαθιά, στην πιο απόκρυφη περιοχή του σώματός μου για να εξαπολύσει από εκεί αλλεπάλληλα κύματα δονήσεων και ηδονής που πλημμύριζαν το συγκλονισμένο και κυριευμένο κορμί μου. Άκουγα τώρα τα αγκομαχητά του να πυκνώνουν, δυο τρεις κόμποι ιδρώτα έσταξαν από το πρόσωπό του στο δικό μου, «είσαι απόλαυση» μου ψιθύρισε καρφώνοντας τα μάτια του στα μάτια μου, τα μέλη μου παρέλυσαν και μόνο στην ιδέα της απόλαυσης που χάριζα στον σύντροφό μου, έσκυψε το κεφάλι του κι άρχισε να μου πιπιλίζει τον λαιμό ενώ οι δονήσεις σιγά σιγά δυνάμωναν σε ένταση και ο ρυθμός τους εντείνονταν, άφησα μια κραυγή να μου ξεφύγει, άπλωσα τα χέρια μου και αναζήτησα τους γλουτούς του, τους χούφτωσα λαίμαργα καθώς ανεβοκατέβαιναν πάνω από την δική μου λεκάνη, ανάμεσα στα διάπλατα ανοιγμένα πόδια μου, κι έτσι αποκτούσα την ψευδαίσθηση ότι συνέβαλλα κι εγώ στην διαμόρφωση του ρυθμού των διεισδύσεων. Η αρχική ρομαντική, τρυφερή και απαλή εισαγωγή έδινε σταδιακά την θέση της σε μια ολοένα και πιο έντονη, ολοένα και πιο άγρια σεξουαλική εκτόνωση του Βασίλη. Το πέος του μπηγόταν τώρα μέσα μου με μεγαλύτερη ορμή, με κινήσεις σαφώς επιθετικότερες, με πρόθεση κυριαρχίας. Ο γαμιάς μου ήξερε να δείχνει καλά ποιος ήταν το αφεντικό. Τα φιλιά του είχαν πια αγριέψει, λίγο διέφεραν από δαγκώματα. Τώρα στηριζόταν στους αγκώνες του και σε μια επίδειξη δεξιοτεχνίας χάιδευε με τα δάχτυλά του τις σκληρυμένες μου ρώγες ή χούφτωνε φιλήδονα ολόκληρα τα στήθη μου σαν να ήταν γυναικείοι μαστοί χωρίς φυσικά να παραμελεί στο ελάχιστο τις βαθιές και δυνατές διεισδύσεις του. Σύντομα το μόνο που ακουγόταν εκτός από τα αγκομαχητά του και τα βογκητά μου ήταν το γρήγορο και διαπεραστικό τρίξιμο των σομιέδων καθώς το τράνταγμα που προξενούσαν οι δονήσεις του μεγάλωνε και μεγάλωνε, σε βαθμό που έκανε την σκληρή και άκαμπτη πούτσα του να μοιάζει με αληθινό κομπρεσέρ. Ως αποδέκτης των τρανταγμάτων τιναζόμουν ολόκληρος κάθε φορά που το πέος του ξανακαρφωνόταν μέσα στον αμάθευτο κώλο μου και βλέποντας όλη αυτήν την κορύφωση της σεξουαλικής επίθεσης του Βασίλη κατάλαβα πως έπρεπε κι εγώ με κάποιο τρόπο να γίνω δεκτικότερος στην ολοκληρωτική κυριαρχία του, μια κυριαρχία που χάριζε και στους δυο μας ανυπέρβλητη ηδονή, απόλαυση και ικανοποίηση. Τι πιο ωραίο από τα να γαμάς αυτήν που αγαπάς; Τι πιο όμορφο από το να σε γαμάει αυτός που αγαπάς; Το πρώτο το ένιωθε εκείνος, το δεύτερο εγώ. Το πρώτο δεν το είχα νιώσει ποτέ –κάτι λίγα γκομενάκια που είχε τύχει να πηδήξω κατά την διάρκεια της απελπιστικά φτωχής ερωτικής ζωής μου είχαν κατορθώσει ν’ αρπάξουν την ψωλή μου, όχι όμως και να κλέψουν την καρδιά μου. Το δεύτερο πάλι δεν θα το ένιωθε ποτέ ο Βασίλης –αυτό ήταν βέβαιο. Έτσι βιώναμε από κοινού αλλά κι ο καθένας με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο την υπέρτατη ευχαρίστηση (ή μήπως να πω ευχαρί-στυση) της συμμετοχής μας σε αυτό το ακόλαστο παιχνίδι ηδονής και εξουσίασης. Κι όπως είπα, έτσι καθώς τον έβλεπα ολοένα κι επιθετικότερο και κτητικότερο γύρευα κι εγώ πώς ν’ανταποκριθώ με την σειρά μου και να γίνω δεκτικότερος στις κονταριές του κι έτσι τύλιξα τελικά με μια γρήγορη κι αποφασιστική κίνηση τα υψωμένα μέχρι τότε πόδια μου γύρω από την μέση του και τα ‘πλεξα πίσω από την πλάτη του, στο σημείο που αυτή ενώνεται με την λεκάνη του. Κι όπως αυτός ανεβοκατέβαζε την λεκάνη του για να με γαμάει της έδινα κι εγώ ωθήσεις με τα κουλουριασμένα γύρω της πόδια μου πετυχαίνοντας συγχρόνως με αυτόν τον τρόπο κι ένα καλύτερο άνοιγμα της κωλοτρυπίδας μου που κατάπινε κυριολεκτικά τα ατελείωτα εκατοστόμετρα της πούτσας του Βασίλη με αξιέπαινη αντοχή. Πρωτάρα καθώς ήταν φοβόμουν ότι δεν θα με έβγαζε ασπροπρόσωπο, αλλά ευτυχώς ο Βασίλης την είχε προετοιμάσει καλά όπως αποδεικνυόταν. Με γαμούσε ολοένα και πιο άγρια και κάθε φορά που ξανάχωνε το πέος του μέσα μου το έκανε με τόση δύναμη που μ’ έσπρωχνε ολόκληρο, αλλά ευτυχώς έμενα προσκολλημένος κάτω του και δεν γλιστρούσα προς τα πίσω, βοηθούσαν και τα πόδια μου που ήταν τυλιγμένα και με γάντζωναν. Κοιτιόμασταν στα μάτια καθώς ενώναμε τα βογκητά μας και κάθε τόσο μου έκλεινε το στόμα με τα ρουφηχτά του φιλιά κι έτσι όπως κατέβαζε το κεφάλι του για να με φιλήσει χωρίς να σταματά την ρυθμική κίνηση της λεκάνης του που εξασφάλιζε την επαναλαμβανόμενη είσοδο του φαλλού του στην κωλοτρυπίδα μου οι ρώγες του τρίβονταν στις δικές μου και νιώθαμε κι οι δυο ο ένας την σκληράδα του άλλου. «Μου την ξέσκισες την τρύπα, ρε Βασίλη» ψιθύρισα ανάμεσα στα βογκητά μου αναστενάρικα. «Μόνο στην ξέσκισα μανάρι μου; Πηγάδι στην έκανα!» λέει εκείνος με καμάρι κι αμέσως μου καρφώνει τον πούτσο του απότομα με μια δυνατή κίνηση που μού κοψε σχεδόν την ανάσα και μ΄ ανάγκασε να βγάλω μια κραυγή. Ύστερα συνέχισε κανονικά το γαμήσι σε πιο νορμάλ ρυθμούς. Ο ιδρώτας έπεφτε από το πρόσωπό του πάνω στο δικό μου κόμποι κόμποι κι ανακατεύονταν με τον δικό μου ιδρώτα. Αλλά και ο ιδρώτας των σωμάτων μας λειτουργούσε σαν ένα ιδιότυπο λιπαντικό κι έδινε στην επαφή των δερμάτων μας μια καινούργια αίσθηση στιλπνότητας. Αισθανόμουν τόσο σίγουρος μέσα στην σφιχτή αγκαλιά του εραστή μου, κάθε μπήξιμο του πέους του μέσα μου, κάθε χτύπος του σακουλιού των αρχιδιών του στο περίνεό μου, κάθε βύθισμα της τυλιγμένης με τα πόδια μου λεκάνης του, κάθε αγκομαχητό που συνόδευε τον μόχθο του αρσενικού να ανταποκριθεί στον απαιτητικό σεξουαλικό του ρόλο επιβεβαίωνε την θηλυκότητα που είχε αναδυθεί μέσα από την αρσενική μου φύση και με την οποία τόσο γρήγορα είχα προσαρμοστεί και είχα συμφιλιωθεί. «Μωράκι μου» είπε ο Βασίλης συνεχίζοντας ακάθεκτος την δουλειά του «μ’αρέσει πολύ που είσαι το πουτανάκι μου». «Κι εμένα μ’αρέσει μωρό μου» του αποκρίθηκα για να λάβω υπό μορφή απαντήσεως το πιο δυνατό κάρφωμα του πούτσου του μέσα στο νεόκτητο μουνί μου. «Με εμπνέεις, δεν έχω ξαναγαμήσει ποτέ έτσι, με όλο μου το είναι». «Έλα, με κάνεις και κοκκινίζω» του είπα και με τα χέρια μου γράπωσα τους γλουτούς του που δεν είχαν πάψει ν’ανεβοκατεβαίνουν ακούραστα. Ξετύλιξα τα πόδια μου και τα ξανασήκωσα ψηλά. «Θα χύσω» μου λέει ο Βασίλης, «θέλω την πρώτη φορά να χύσω μέσα σου, να αφήσω το γενετικό μου υλικό, το σπέρμα μου, τους χυμούς μου σφραγίδα ιδιοκτησίας μέσα στο μουνί που εγώ σου άνοιξα και που σε εμένα χρωστάς. Μετά έχουμε καιρό να σε χύσω και αλλού να σε λούσω κυριολεκτικά, δε θα αφήσω σημείο σου ανέπαφο από τα χύσια μου, τώρα όμως θέλω να σε ποτίσω κατ’ ευθείαν από την πηγή μου στις ρίζες σου, να σε κάνω και με αυτόν τον τρόπο δικιά μου για να ολοκληρώσω την κατάκτησή σου, να τσαλαπατήσω κι έτσι τον νικημένο σου ανδρισμό με την πιο καίρια και κρίσιμη εκδήλωση της δρώσας αρρενωπότητός μου». Μόλις είπε αυτά συνεχίζοντας τις βυθίσεις του ματσουκιού του μέσα στο σπήλαιό μου έβγαλε ένα μεγάλο κι ασυγκράτητο βογκητό φωνάζοντας «σε χύνω καύλα μου» καθώς παρατηρούσα την λευκή επιδερμίδα του γυμνασμένου του στήθους να σκεπάζεται από μια ρόδινη απόχρωση κι ένιωθα εκεί χαμηλά, μέσα στην σάρκινη δίοδο της τρύπας μου που τόσο ηρωικά είχε αντέξει σε αυτήν την πρωτόφαντη επίθεση το πέος του να πάλλεται και σε μια μόνο στιγμή την τρύπα μου να πλημμυρίζει από μια μεγάλη ποσότητα πηκτού και παχύρρευστου υλικού που εκτινάχτηκε από τον πίδακα του ευχάριστου εισβολέα (μια εκτίναξη που ένιωσαν τα τοιχώματα του εντέρου μου) και γέμισε κάθε ελάχιστο κενό μεταξύ των τοιχωμάτων του απηυθυσμένου μου και της εξωτερικής περιμέτρου του ένστυτου οργάνου του. Την πρώτη φορά που ένιωσα εντελώς κυριευμένος (ή μήπως να πω κυριευμένη για να αποτυπώσω με μεγαλύτερη ακρίβεια αυτό ακριβώς που ένιωθα;) από τον γαμιά μου ήταν όταν του έδειξα την τρύπα μου παραχωρώντας σε εκείνον κάθε εξουσία επ’ αυτής. Την δεύτερη φορά ήταν όταν ο σύντροφός μου ασκώντας τα δικαιώματα που απέρρεαν από την παραχώρησή μου έμπηξε με την αυτοπεποίθηση και την σιγουριά του ιδιοκτήτη το πέος του μέσα στην κωλοτρυπίδα μου για να την μεταμορφώσει σε μουνάκι. Εκείνο το αίσθημα που μου δημιουργήθηκε ήταν τόσο συγκλονιστικό που επεσκίασε αμέσως την εντύπωση του πρώτου. Κι όμως, να τώρα, που ένα τρίτο αίσθημα ερχόταν να σβήσει με την σειρά του την δύναμη του προηγούμενου, το αίσθημα της ολοκληρωτικής και πλήρους υποταγής μου στον κυρίαρχο εραστή μου, στον κατακτητή κι εκπορθητή γαμιά μου, στον αρρενωπό μου επιβήτορα που με γέμισε με τον πολύτιμο υγρό του βάζοντας έτσι μέσα μου την σφραγίδα της ιδιοκτησίας του κι ενώνοντάς μας, εμένα και τον εαυτό του, με έναν ακατάλυτο δεσμό, στα πλαίσια μιας σχέσης που μετέτρεψε τον κώλο μου πρώτα σε μουνί-πουτσοθήκη και κατόπιν σε σπερματοδόχο-δέκτη του φυσικού αυτού κλύσματος με σπέρμα. Τότε μόνο συνειδητοποίησα ότι με την εκσπερμάτωσή του εκπληρώθηκε ο φυσικός προορισμός του μουνιού μου που επιτέλους ένιωσε ολοκληρωτικά πλήρες, λες και το μουνί μου ήταν κι αυτό στόμα που ζητούσε να ξεδιψάσει. Συνέχισε για λίγο ακόμη να βάζει και να βγάζει στην τρυπούλα μου τον πούτσο του κάνοντας το σπέρμα του να αφρίσει μέσα μου και αφήνοντας μερικές σταγόνες να κυλήσουν από το μουνάκι μου στο περίνεο και να φτάσουν μέχρι το σακουλάκι με τα αρχίδια μου, ένιωθα το κύλισμα των σταγόνων αυτών σαν ευλογία που ελεήθηκα για την υποταγή μου, δεν ήξερα και πάλι αν έπρεπε να νιώσω πόρνη ή πριγκίπισσα, κι όταν ο Βασίλης μου έβγαλε επί τέλους οριστικά το χαλαρωμένο καυλί του του από την κωλοτρυπίδα μου, η οποία το αποχωρίστηκε σχεδόν με οδύνη, αποφάσισα να κρατήσω μέσα μου ζηλότυπα το σπέρμα του σαν την μόνη υλική απόδειξη του προνομίου που αξιώθηκα: να με γαμήσει ένα τέτοιος παίδαρος τόσο μεγάλης κλάσεως. Αρχίσαμε και πάλι να φιλιόμαστε, εγώ έσφιγγα με δύναμη τα πόδια μου για να μη χάσω ούτε μια σταγόνα από το υγρό που με τόσο κόπο του είχα αποσπάσει κι εκείνος με χάιδευε και μου έλεγε ένα σωρό ερωτόλογα. Ο γλυκός μου, είχε κουραστεί τόσο πολύ για να ικανοποιήσει. Θα κοιμόμασταν αγκαλίτσα κι αν ήμουν τυχερός το πρωί μπορεί να μου τον ξανασφύριζε. Όμως από εδώ και πέρα αρχίζει μια άλλη ιστορία, η ιστορία μιας ερωτικής σχέσης γεμάτης πάθος και πόθο.

Σχόλια  

#2 alitis dimitris 04-08-2014 09:31
Ακριβώς αυτό τον άντρα θέλω να έχω και να ζήσω μαζί του, τις πιο όμορφες στιγμές του έρωτα. Να μην γίνει απλά ο καλός γαμιάς μου, αλλά να γίνει ο απολαυστικός μου άντρας. Θα βρεθεί άραγε ποτέ?
Παράθεση
#1 mixxx 05-11-2013 16:56
Πραγματικά πολύ ωραίο.Αν είναι αληθεια θα ήθελα να επικοινωνήσω με το παιδί που την έγραψε.
Παράθεση

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

Νέες Ερωτικές Ιστορίες

Πολυδιαβασμένες Ιστορίες

Έρευνα hiv

Επιτέλους Σύμφωνο Συμβίωσης. Αν βρείτε τον κατάλληλο/η θα τον παντρευόσασταν;

Ναι - 38.8%
Όχι - 21.6%
Δεν ξέρω - 10.8%
Είμαι κρυφή - 28.8%
Η ψηφοφορία για αυτή τη δημοσκόπηση έχει λήξει
Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας για να μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα!
S-Cape club Γκάζι Γκέι Ερωτικές ιστορίες - gayhellas

...και στο Facebook!

 Hot Live webcam Gay chat!